Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...






Η κυρά Παρθένα
Τα μεσημέρια, μετά το φαΐ , τις περιόδους που ο αδελφός μου ήταν στην κατασκήνωση δεν είχα διάθεση να ξαπλώσω και πήγαινα να κάνω παρέα στην κυρά Παρθένα που είχε το μπακάλικο απέναντί μας. Ήταν μια καλοσυνάτη, χαμογελαστή πενηντάρα που είχε χηρέψει νωρίς και της είχε απομείνει μοναδικό αποκούμπι ο πολυαγαπημένος της γυιος που δυστυχώς ταξίδευε....
Έκανε σαν τρελή όταν μ' έβλεπε. Καλώς τον Τακούλη, καλώς τονα ! Πρέπει να ήμουν γύρω στα τέσσερα-πέντε. Έμπαινα μέσα κι έπαιρνα μια βαθιά ανάσα για ν' απολαύσω τη βαριά μυρωδιά του μπακάλικου. Μύριζε κάτι ανάμεσα σε αρωματισμένο σαπούνι, οινόπνευμα, λάδι, μπακαλιάρο.
         Πήγαινα κατευθείαν στα τσουβάλια με τα όσπρια κι έβαζα τα χεράκια μου μέσα στις φακές. Έπαιρνα χούφτες κι έκανα σπονδές. Τις έχυνα σα να ήταν ρευστό.  Έχωνα βαθιά τα χέρια μου μέσα στο τσουβάλι και χαιρόμουν με την αίσθηση. Μετά στρογγυλοκαθόμουν σε μια ψάθινη καρέκλα απέναντι απ' τον πάγκο και παρατηρούσα.
Έξω έβραζε ο τόπος...Που και που περνούσε κανένα κάρο με γάϊδαρο ή μουλάρι, κανένα μηχανάκι με χαλασμένη εξάτμιση ή κανένα σαράβαλο αυτοκίνητο. Κάποιος περαστικός που έσερνε τα πόδια του κι έφτυνε κάτω με μανία....
-Θέλεις τσιχλίτσα ζαχαρωτή; Θέλεις μια λοτταρία ; Μου έλεγε η καϋμένη.
Μπροστά στον πάγκο είχε μια ζυγαριά μεταλλική με σταθμά, διακοσμημένη με κάτι πουλιά και κάτι εγχάρακτα γράμματα. Μου άρεσε να την περιεργάζομαι. Έπαιρνα το μεγάλο βάρος που έγραφε ένα κιλό, μετά τα μικρότερα από μισό κιλό, τα πιο μικρά από εκατό γραμμάρια και τα δοκίμαζα στη ζύγιση. Όλ' αυτά με προφυλάξεις και προσοχή γιατί φοβόμουν μη με μαλώσει η κυρά Παρθένα..
Μετά πήγαινα στις τζαμένιες προθήκες όπου βρίσκονταν κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες..
Μια απ' αυτές έδειχνε ένα πετρελαιοφόρο.
-Είναι το καράβι του Γιαννάκη μου. Είναι Α΄ μηχανικός και μου χάϊδευε το κεφαλάκι. Μετά έβγαζε και μου έδειχνε ένα μουσικό κουτί που είχε μια κινούμενη μπαλαρίνα. Ο ήχος ήταν μαγικός..
Κάποτε κάποτε ερχόταν και καμιά πελάτισσα.
-Κυρά παρθένα μου βάζεις δέκα δράμια οινόπνευμα ;
Αυτή η αγαθή γυναίκα πέθανε μετά από δύο τρία χρόνια από καρκίνο πράγμα που μου προκάλεσε μεγάλη θλίψη και απογοήτευση και μ' έκανε να συμπεράνω ότι γενικά στη ζωή η πραότητα είναι ευάλωτη ενώ αντίθετα η μισαλλοδοξία είναι ανθεκτική ! Τέλος πάντων, πιστεύω ότι κανείς άνθρωπος δεν πεθαίνει πραγματικά όσο υπάρχει μνήμη και ότι μικρά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας επιβιώνουν στις κινήσεις μας, στο μυαλό μας, στην καρδιά μας, στο εξωτερικό περιβάλλον.

Αμπάριζα
Τα καλοκαιρινά απογεύματα όταν έπεφτε ο ήλιος συνήθως παίζαμε αμπάριζα. Ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητού. Τα παιδιά χωρίζονταν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα είχε ορμητήριο μια ορισμένη κολόνα της ΔΕΗ, ενώ η δεύτερη μια διαφορετική κολόνα σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων.
Ξεκινούσε λοιπόν, ας πούμε, ένα παιδί απ' τη δεύτερη ομάδα και πλησίαζε κοντά στην πρώτη κολόνα όπου βρισκόταν η πρώτη ομάδα. Αντικειμενικός σκοπός του ήταν να αγγίξει την πρώτη κολόνα χωρίς να προλάβουν οι άλλοι να τον συλλάβουν. Γι αυτό συνήθως έρχονταν δύο μαζί επιτιθέμενοι από διαφορετικές κατευθύνσεις... Η πρώτη ομάδα για να αμυνθεί έστελνε έναν ή δύο δικούς της για να αγγίξουν (συλλάβουν) τους επιτιθέμενους.
Βασικός κανόνας του παιχνιδιού ήταν ότι όποιος ακουμπούσε την κολόνα του τελευταίος, (έπαιρνε αμπάριζα), είχε και περισσότερη δύναμη ώστε να μπορέσει να συλλάβει τον αντίπαλο που είχε πάρει δύναμη απ΄ την κολόνα του σχετικά πιο παλιά....
Αν κατάφερναν και τους άγγιζαν, τότε οι αμυνόμενοι φώναζαν : «πουλί», «πουλί» !!! δηλαδή αιχμάλωτος. Και έπαιρναν τον αιχμάλωτο κοντά στην κολόνα, στην υποτιθέμενη «φυλακή».
Ένα «πουλί» μπορούσε να ελευθερωθεί από συμπαίκτη του που θα κατάφερνε να μην πιαστεί από τους αντιπάλους και θα τον άγγιζε !
Στο τέλος, όποια ομάδα μάζευε περισσότερα «πουλιά», είχε καταφέρει να εξασθενήσει την αντίπαλη ομάδα. Έτσι τελικά έμενε ένας να φυλάει την κολόνα του και γύρω του μαζεύονταν όλα τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας που δεν είχαν πιαστεί πουλιά. Σκοπός τους ήταν ν' αγγίξουν την κολόνα του εχθρού, χωρίς να πιαστούν «πουλιά» πράγμα που τώρα πια μάλλον ήταν κάτι εύκολο....
Ήταν παιχνίδι ηρωϊσμού, τόλμης και στρατηγικής. Απαιτούσε απ' τους παίκτες γερά πόδια και αντανακλαστικά. Αλλά ο τελευταίος «εναπομείνας» ήταν πραγματικός ήρωας. Έπρεπε να τα βάλει συνήθως με δύο αντιπάλους και προσπαθούσε να πιάσει τον ένα «πουλί» πριν ο άλλος πιάσει την κολόνα. Όταν το κατάφερνε αυτό, το παιχνίδι έληγε ισόπαλο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου