Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...






Η παράλληλη θορυβώδης γειτονιά μπόλιαζε τη σχετικά ήσυχη δική μας με δόσεις έντασης, περιπέτειας  και πρόκλησης. Κατέστρεφε τη νιρβάνα μας. Κάποια στιγμή ερχόταν ο Βασίλης με μήνυμα από τους δίπλα να παίξουμε «μπαζ» !
Τι ήταν το μπαζ ? Μάλλον η λέξη προέρχεται από τη λέξη μπάζα, ο πατέρας μου το έλεγε «αμάδες»...
Κατ' αρχάς έπρεπε να βρούμε κομμάτια μάρμαρο και μάρμαρα υπήρχαν μπόλικα από τις γύρω οικοδομές. Στη χειρότερη περίπτωση φθάναμε μέχρι το νεκροταφείο, όπου υπήρχαν τεράστια κομμάτια !
Το επόμενο βήμα ήταν θορυβώδες και κοπιαστικό. Έπρεπε να σπάσουμε ένα κομμάτι μάρμαρο σε επί μέρους κομμάτια και αυτά να τα λειάνουμε γύρω-γύρω, τρίβοντάς τα στο πεζοδρόμια ή χτυπώντας τα με μια σκληρή πέτρα. Όσο πιο στρογγυλό κομμάτι είχες τόσο καλύτερος παίκτης ήσουν !
Αφού γινόταν λοιπόν αυτή η προετοιμασία μετά τα υπολείμματα απ' το αρχικό κομμάτι τα τοποθετούσαμε στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο κάθετα στο δρόμο. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα- ήσαν σπάνια- και καταλαμβάναμε ανενόχλητοι το δρόμο. Το πρώτο κομμάτι αριστερά- συνήθως το μεγαλύτερο- το ονομάζαμε μπαζ, το δεύτερο παράμπαζο, το τρίτο τρίμπαζο, τετράμπαζο κ.ο.κ.
Ο καθένας κρατούσε στο χέρι του ένα μάρμαρο και μια αρμαθιά κλασικά-μίκυ μάους.
Η λέξη κλασικά ή μίκυ μάους περιελάμβανε μια σειρά από εβδομαδιαία περιοδικά κόμιξ, όπως :
Ποπάϋ, Σεραφίνο, μίκυ μάους, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Όμπραξ, κλασικά εικονογραφημένα.
Η διαδικασία του παιχνιδιού ήταν η εξής : Ξεκινώντας απ' τη σειρά των τοποθετημένων μαρμάρων έριχνε ο καθένας το μάρμαρό του όσο το δυνατόν μακρύτερα. Αυτός που έριχνε πιο μακριά είχε το δικαίωμα να ρίξει πρώτος προς τη σειρά των μπαζ ! Μετά ο πιο κοντινός και όμοια ο επόμενος...
Ο πρώτος λοιπόν στόχευε το μπαζ- το πρώτο δηλαδή- ή στη χειρότερη περίπτωση το παράμπαζο ή το τρίμπαζο.....Αν έριχνε με το μάρμαρό του το μπαζ έπαιρνε όλα τα περιοδικά που είχαν μπει στο στοίχημα, αν έριχνε το παράμπαζο όλα πλην από ένα, αυτού δηλαδή που θα το έριχνε πιο γρήγορα !
Πολλές φορές έμενε μόνο του το μπαζ και το έριχνε ο τελευταίος δηλ ο πιο κοντινός αφήνοντας αλώβητο το δικό του περιοδικό.
Κάποιος που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει έπαιζε κοντά δηλαδή τρίτος απ' το τέλος ή δεύτερος και είχε πολλές πιθανότητες να κερδίσει τουλάχιστον το δικό του, αν πετύχαινε από τόσο κοντινή απόσταση βέβαια τα εναπομείναντα μάρμαρα !
Όσο πιο μακριά βρισκόταν η θέση κάποιου, είχε μεν την ευκαιρία να παίξει πρώτος, όμως τόσο πιο δύσκολo ήταν να πετύχει μπαζ !
Το παιχνίδι το συνόδευαν κραυγές, φασαρία, μαλώματα, αποδοκιμασίες.
Συνήθως κέρδιζαν λίγοι, έχαναν οι πολλοί, οι κερδισμένοι έφευγαν με κρυφόγελα και οι χαμένοι έπεφταν σε απελπισία. Έτσι είναι τα τυχερά παιχνίδια.
Το ίδιο παιχνίδι παιζόταν και στα γιαλένια, χρωματιστοί, γυαλιστεροί βόλοι που τους εκτοξεύαμε  με τα δύο δάκτυλα : αντίχειρα και δείκτη.

Ας μείνουμε λίγο στα κόμιξ....
Ο πατέρας μου ήταν ένας μη σπουδαγμένος άνθρωπος, αλλά με σεβασμό για τη μόρφωση. Θεωρούσε την παιδεία μια χαμένη ευκαιρία για κείνον και αισθανόταν άσχημα που είχε καταφέρει -μέσα στον πόλεμο -να πάει μόνο στην πρώτη τάξη του γυμνασίου ! Παρ' όλ' αυτά υπερηφανευόταν διότι είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο- έναν κουμπαρά- σε διαγωνισμό έκθεσης με θέμα την αποταμίευση !
Διάβαζε τακτικά εφημερίδα, σπάνια όμως βιβλία. Τη βιβλιοθήκη μας κοσμούσαν βιβλία που είχε αναδείξει η αντικομμουνιστική προπαγάνδα της χούντας όπως : το «πιστεύω» του Παπαδόπουλου, «μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), «το σιδηρούν παραπέτασμα», «οι εχθροί της πατρίδας» και άλλες τέτοιες αηδίες, τα οποία δεν διάβαζε ο ίδιος, όμως από φόβο και δειλία προς το καθεστώς είχε τοποθετήσει στην πρωτοκαθεδρία...
Πιο μικροί εμείς είχαμε τρέλα με τα πολεμικά. Ζωγραφίζαμε συνέχεια στρατιώτες, τανκ, αεροπλάνα.
Θαυμάζαμε τον Χίτλερ και την πολεμική του μηχανή. Αρχίσαμε τότε να αγοράζουμε σε τεύχη την ιστορία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου !
Παράλληλα διαβάζαμε και πολεμικά κόμιξ όπως : μάχη, δράση, πόλεμος, περιπέτεια....
Την περίοδο εκείνη λοιπόν είχε ο πατέρας μου κάποιο γνωστό βιβλιοπώλη στον Πειραιά και ψώνιζε βιβλία σε καλή τιμή.
Οι επιλογές ήταν μάλλον του βιβλιοπώλη ο οποίος εν μέσω χούντας τώρα κι ενώ ήξερε ότι διέτρεχε κίνδυνο, του πρότεινε βιβλία που αν μη τι άλλο έδειχναν ανοικτό μυαλό όπως : Αποχαιρετισμός στα όπλα (Εριχ Μαρία Ρεμάρκ), Για ποιον κτυπάει η καμπάνα (Χέμινγουέϊ), Η Παναγία των Παρισίων (Ουγκώ), Οι εργάτες της θάλασσας (Ουγκώ), Υιέ μου υιέ μου και για ξεκάρφωμα : Φον Κανάρης, Βυθίσατε το Βίσμαρκ, Μάτα Χάρυ, Τα ρομπότ του Χίτλερ που του άρεσαν πιο πολύ του αδελφού μου.
Επίσης ο πατέρας μου είχε φιλία με κάποιο γέρο βιβλιοπώλη στην περιοχή μας-τον κυρ Στέλιο- που είχε μεγάλη συλλογή κλασικών εικονογραφημένων. Ο καλός αυτός παππούς εκείνη τη δύσκολη οικονομικά περίοδο μας είχε δώσει το ελεύθερο να δανειζόμαστε όσα θέλουμε κλασικά εικονογραφημένα.
Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με τη λογοτεχνία. Έτσι γνωρίσαμε έργα όπως : Έγκλημα και τιμωρία,
Μιχαήλ Στρογκόφ, Η ανταρσία του Μπάουντι, Από τη γη στη Σελήνη, Ρήγας Φεραίος, Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας...
Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο απ' αυτόν για ένα παιδί ώστε να πλησιάσει την κλασική λογοτεχνία. Αν δεν υπήρχαν τα κόμιξ δεν θα ξημεροβραδιαζόμασταν αργότερα πάνω από χοντρά βιβλία του Ουγκώ...
Τι ίσχυε απ' τα δύο ? Ότι δεν αντέχαμε την καθημερινότητα και κλεινόμαστε στο σπίτι για να διαβάσουμε  ή ότι μας άρεσε τόσο πολύ η πνευματική ζωή ώστε δεν προλαβαίναμε να βγαίνουμε έξω ? Οπωσδήποτε κάτι ενδιάμεσο..
Και οι δυο είχαμε οξυμένη φαντασία. Διαβάζαμε κι έτρεχε το μυαλό μας. Δημιουργούσε συνειρμούς, έπλαθε ιστορίες, εικόνες, έκανε συλλογισμούς. Απ' τα πρώτα βιβλία που διάβασα πρέπει να ήταν του στυλ : Νέοι Ροβινσώνες, όπου μια οικογένεια ναυαγεί σ' ένα εξωτικό νησί και κει φτιάχνουν ένα σπίτι εκ των ενόντων. Υπάρχει διάχυτος ο κίνδυνος της ύπαρξης κάποιων ιθαγενών που ζουν εκεί κοντά.Ένα μυθιστόρημα που υμνεί την οικογένεια, τη δημιουργικότητα, το πνεύμα εξερεύνησης. Η αρχή είχε γίνει βέβαια με κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα σε κόμιξ και λογοτεχνία όπως ήταν ο Ταρζάν, μικρός κάου-μπόϋ, μικρός σερίφης,
Επίσης ο κυρ Στέλιος μας είχε χαρίσει τόμους της Διάπλασης των Παίδων με εκδότη τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ένα καταπληκτικό περιοδικό της περασμένης γενιάς βέβαια, με  πολύ υλικό μέσα, όπως ιστορία, εξωτικές περιπέτειες, σκίτσα και ποίηση.
Σ' όλ' αυτά τα διαβάσματα πρωταρχικό ρόλο έπαιζε ο αδελφός μου, που με καθοδηγούσε πνευματικά χωρίς να το θέλει πολλές φορές. Πρώτα αυτός διάβαζε κάτι και μου το πρότεινε !  Πολλές φορές μαλώναμε για το ποιος θα πρωτοδιαβάσει κάτι, συζητούσαμε ατέλειωτα για τις ιστορίες αυτές και νοιώθαμε την ίδια συγκίνηση !
Οι συναντήσεις τώρα με φίλους ήταν πιο αραιές. Συνοψούντο σε μακρινές εξορμήσεις με ποδήλατα και συγκεντρώσεις στο κουβούκλι της ταράτσας του Βασίλη για μονόπολη....


Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...



          Όλοι οι γείτονες συγκεντρωμένοι κι αγαπημένοι γύρω στα 1963. Τέτοιες φωτογραφίες δεν πρόκειται να επαναληφθούν αργότερα...


Καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας περνούσαν γυρολόγοι, πραματευτάδες, μικροεπαγγελματίες, πλασιέ, δοσατζήδες, γύφτοι καρεκλάδες, μανάβηδες, ψαράδες, είδη προικός, περιφερόμενοι θίασοι όπως κλόουν, αρκουδιάρηδες.
- Παλιατζής, οοοοοοο Παλιατζής !
- Ασβεστάς, ασβέστικααααα !
- Μεγεθύνω φωτογραφίες.....
- Αμπία μπία, αμπία μπία
- 'Ελα Μαριώ κάνε τη Βουγιουκλάκη !
- Ο μανάβης, πεπόνια, καρπούζια έχω !
- Ο γανωματής.....

Όλοι αυτοί οι περιφερόμενοι έδιναν ζωή στη γειτονιά, έβγαιναν οι νοικοκυρές και κάθονταν με τις ώρες στο μανάβη, συζητούσαν, κουτσομπόλευαν, χασκογελούσαν. Δεν χρειάζονταν τηλεόραση τότε να κλειστούν μέσα, το θέαμα βρισκόταν έξω στο δρόμο ζωντανό ! Και η συνεύρεση εύκολη. Έπιανες κουβέντα με το τίποτα με οποιοδήποτε ξένο.Τη δεκαετιά του 60 γύρω φτωχικά σπιτάκια, ισόγεια τα περισσότερα με βεραντούλα και κήπο μπροστά. Ο δρόμος χωματόδρομος και αρκετά σπίτια δωματιάκια-δωματιάκια γύρω από μια κεντρική αυλή. Μερικά σπίτια είναι πλινθόκτιστα, αλλού παράγκες και υπάρχουν στην αυλή κότες, κατσίκια, κουνέλια. Θυμάμαι επίσης πηγάδια στις αυλές.
Βλέπω κάτι παλιές φωτογραφίες όπου οι γείτονες είναι όλοι μαζί παρέα και τρώνε. Δεν υπάρχουν ακόμη  τότε μιάσματα, περίεργοι, κακοί, ζηλόφθονοι παρά μόνο άνθρωποι που ήρθαν από μακριά, άλλος απ' τον Πόντο, άλλος απ' τη Μικρά Ασία, άλλος απ' τα νησιά, άλλος απ' την επαρχία και έχουν όνειρα να μεγαλώσουν παιδιά, να φτιάξουν σπίτια, έχουν σκοπό την πρόοδο και δυστυχώς τη κατανάλωση όλο και περισσότερων προϊόντων....Ακόμη είναι απλοί, δίνει ο ένας ότι έχει και στον άλλον, αργότερα όμως μετά το 70 θα πέσει σαν κατάρα πάνω τους η ζήλια. Πως αυτός πήρε αμάξι ? Να πάρεις κι εσύ. Πως έφτιαξε αυτός διώροφο ? Να φτιάξεις κι εσύ, Κι ενώ όλοι ήταν μονοιασμένοι, μιλούσαν κι έκαναν παρέα, παραθέριζαν στο ίδιο μέρος, έτρεχαν ο ένας στο σπίτι του άλλου για το παραμικρό, ξαφνικά μ' ένα μπαμ, όλοι κλείστηκαν στο «καβούκι» τους, δεν έλεγαν καλημέρα, κοιτούσαν με κακία, γίνονταν ομηρικοί καβγάδες για μια σπιθαμή γης, γιατί μου πήρες τον τοίχο μου, γιατί μου έκλεψες οικόπεδο, θα φωνάξω την πολεοδομία και άλλα τέτοια. Τότε έβλεπες ανθρώπους στριμωγμένους στα μπαλκόνια να κάθονται και να παρατηρούν τους υπόλοιπους χωρίς να τολμούν όπως πρώτα να κατέβουν στο δρόμο, παρά μόνο όταν επρόκειτο για καβγά ! Τα παιδιά σιγά σιγά μάθαιναν κι αυτά σ' αυτό τον τρόπο ζωής, δηλαδή της απομόνωσης και αργότερα όταν πια μετά το 80 άρχισαν να σκάνε μύτη οι πρώτες πολυκατοικίες, ήταν πια έτοιμα να συνηθίσουν τον καινούργιο «πολιτισμένο» τρόπο ζωής όπου ο ένας πάνω στον άλλον  μαζεύονται, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, με έτοιμα πάρκιν γι αυτοκίνητα και μπαλκόνια για παιδότοπους. Το παλιό ενδιαφέρον έγινε σιγά-σιγά φόβος και ο φόβος έγινε παντελής αδιαφορία.

O  Γιώργος ο κλέφτης...
Ήταν το μίασμα της γειτονιάς. Δεν ήταν μόνιμος κάτοικος αλλά παροδικός ενοικιαστής κάποιου σπιτιού. Το έγκλημα του ήταν ότι είχε υποπέσει κάποτε στο «αμάρτημα» της κλοπής και μάλιστα είχε συλληφθεί απ' την αστυνομία. Ξέρετε πως ήταν τότε. Μαζεύονται οι αστυνομικοί με ύφος αλαζονικό σαν να έχουν συλλάβει το Ντον Κορλεόνε, κουτσομπόλες απ' έξω, σούσουρο κι ο εγκληματίας με σκυμμένο κεφάλι απαρηγόρητος....
Αφ' ότου είχε ξεμπλέξει με την αστυνομία, δούλευε σαν «κοράκι» στο νεκροταφείο- άλλη ταπεινωτική εργασία κι αυτή- όμως του είχε μείνει το προσωνύμιο και η ρετσινιά. Όλοι ήξεραν ότι είναι κλέφτης. Ο Γιώργος ο κλέφτης !
Δεν μπορώ να στοιχειοθετήσω στο μυαλό μου τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Θυμάμαι ότι αν  και μικρός είχε χρυσά δόντια και ήταν κουρεμένος γουλί. Ήταν επίσης πολύ σοβαρός και κάπνιζε, παράξενα ώριμος για την ηλικία του, μίλαγε σαν μεγάλος. Μιλούσε για τη ζωή με ύφος και πόζα σα να την είχε φάει με το κουτάλι...Μια φορά θυμάμαι είχε φάει εφτά λουκούμια στη σειρά ! Τα έπαιρνε ένα ένα από το μπακάλικο της κυρά Παρθένας και τα έτρωγε επιδεικτικά. Εμείς τον κοιτάζαμε με δέος...

Ο Στάθης ο χοντρός ο γιος της καφετζούς....
Χοντρός και πελώριος τον θυμάμαι να φοράει μια φόρμα στενή με κοντά μπατζάκια. Ορφανός από πατέρα ήταν ο γιος της κυρα Στέλλας της καφετζούς. Μεγάλωνε με τη μάνα και τη γιαγιά του σ' ένα σπιτάκι από κείνα τα προσφυγικά με την κοινή αυλή.
Η μητέρα του ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος σε πούλαγε και σ' αγόραζε μόνο που σ' έκοβε, εξασκούσε το «επάγγελμα» της «καφετζούς» για αρκετά χρόνια, το οποίο κατά πως φαίνεται ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο, αφού ο κόσμος μιλούσε για ιδιόκτητο ταξί, εξοχικό στον Ασπρόπυργο και άλλα.
¨Ηταν η ψυχολόγος της εποχής. Σε κοίταζε βαθιά στα μάτια και καταλάβαινε αμέσως τι σε απασχολούσε. Οι απαντήσεις της ήταν επιβοηθητικές της κατάστασής σου. Είχε μια (επίπλαστη ?) κλίση προς τη θρησκεία την οποία δεν την έβλεπε ανταγωνιστικά, αλλά αντίθετα σαν κάτι που ευνοούσε την προσκόλληση στη μεταφυσική, που επίσης αύξανε την πελατεία της.
Ήταν η Στέλλα με τ' όνομα, διάσημη στην περιοχή για τη διορατικότητα και την μαντική τέχνη της.
Βλέπαμε κάθε μέρα να παρελαύνουν στο δρόμο κυρίες καλοντυμένες, με κόμμωση και κοσμήματα και να κατευθύνονται προς το φτωχό σπιτάκι.
Ο Στάθης είχε ξεφύγει...
Η μάνα του -από κοντά- έκανε μύρια όσα για να τον κρατάει σε μια στοιχειώδη ισορροπία αλλά δυστυχώς...
Ότι πιο εξωφρενικό το έβλεπες και το άκουγες απ' αυτόν.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές επιδείξεις του ήταν όταν έπινε νερό από χωμάτινες νερολακκούβες !
Μια άλλη περιελάμβανε ένα αργόσυρτο ρέψιμο μακράς διάρκειας που συνοδευόταν από δικές μας αποδοκιμασίες αηδίας....
Φαινόταν καλοκάγαθος στην αρχή αλλά δεν αργούσες να καταλάβεις ότι υπήρχε πρόβλημα....Ήξερε τα πάντα για αυτοκίνητα, για οδηγούς αγώνων και στο ποδόσφαιρο του άρεσε να παίζει τέρμα. Ήταν καλός τερματοφύλακας με τα μπλονζόν και τις αποκρούσεις του ! Γυρνούσε και σε άλλες γειτονιές κι έφερνε  έναν αέρα κοσμοπολιτισμού σε μας που αραιά και που τολμούσαμε να ξεμυτίσουμε μακριά απ' την περιοχή του σπιτιού μας.
Ήταν πιο κοντά στην παράλληλη γειτονιά απ' τη δική μας όπου κει μεγάλωναν τα παιδιά ενός κατώτερου θεού ! Παιδιά εργατών και μικροπωλητών μεγάλωναν μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια. Παράταγαν το σχολείο από νωρίς και έκαναν διάφορες δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσουν - αφού οικογενειακό χαρτζιλίκι δεν φαινόταν στον ορίζοντα- μη εξαιρουμένων και παράνομων.
Τρελαίνονταν για μηχανάκια: σίμσον και ζούνταπ τα οποία κατείχαν απ' έξω και ανακατωτά. Έκαναν σούζες, κωλιές, σπινιαρίσματα, ότι μπορείς να φανταστείς σ' επικίνδυνη οδήγηση !
Προκαλούσαν, κορόϊδευαν, έβριζαν άσχημα, αλλά είχαν πολύ σπουδαίο κώδικα ηθικής και φιλίας.
Στα κορίτσια, αλλά και στις πιο μεγάλες, κόλλαγαν άσχημα, ιδίως το βράδυ τους έλεγαν βωμολοχίες του στυλ ....άρα μου, .....ιόλα μου  και πολλάκις τους έβαζαν χέρι εν ψυχρώ....
Αλλά και μέρα μεσημέρι αν έβλεπαν καμιά τσαπερδόνα δεν την άφηναν ν' αγιάσει....Την έπαιρναν από κοντά και τη ψήνανε δήθεν ! Τι έβγαινε απ' το στόμα τους ....Κολλητήρια κανονικά.
Το βράδυ δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει γυναίκα από κείνη τη γειτονιά..
Αλλά και η ομοφυλοφιλία δεν πήγαινε πίσω εκείνο τον καιρό. Ειδικά όταν έβλεπαν κάποιο απροστάτευτο που δεν λειτουργούσε τέλεια, έπεφταν πάνω του σαν γύπες....
Θυμάμαι λοιπόν μια σκηνή όπου ένας τύπος από κείνη τη γειτονιά , είχε πάρει από πίσω το Στάθη μέχρι το σπίτι του και του κολλούσε φορτικά ! Έλα ρε πάμε να σε....Μέχρι που τον πήρε είδηση η γιαγιά του Στάθη και τον έδιωξε με απειλές και ουρλιαχτά : Φύγε βρε, φύγε βρε θα φωνάξω την αστυνομία ! Αυτός όμως δεν έλεγε να ξεκολλήσει και μάλιστα για να προσελκύσει το υποψήφιο θύμα του, του πετούσε στα πόδια ένα δίφραγκο ! Εμείς κοιτάγαμε από κοντά σαν χαμένα...
Υπήρχε διάχυτη μια μυθολογία για διάφορα  μέρη της περιοχής, όπως του Δράκου το ερείπιο, που μας γοήτευαν να εξερευνούμε και που σκυλοβρομούσαν από ψοφίμια και σκουπίδια. Αυτά λοιπόν θεωρούνταν «ερωτικές φωλιές» το βράδυ και υπήρχε φήμη για όργια που γίνονταν εκεί μέσα. Η παιδική φαντασία λοιπόν δεν ήθελε και πολύ ! Ξεκινούσε από υπολείμματα προφυλακτικών και έπλαθε τερατώδεις ιστορίες διεστραμμένου σεξ...
Η κυρά Στέλλα λοιπόν όπως είπαμε ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα αν και αγράμματη, μόλις ο γιος της τέλειωσε με το στανιό το δημοτικό, για να μην κάθεται και αλητεύει, τον έχωσε βοηθό σε κάποιο συνεργείο αυτοκινήτων ! Αργότερα με την ίδια λογική τον πάντρεψε νωρίς-νωρίς μήπως καταφέρει και βοηθήσει κάπως την κατάσταση !
Ο Στάθης ήταν πολύ ενθουσιασμένος με το καινούργιο του επάγγελμα. Όλο για το επιδέξιο αφεντικό του μιλούσε και για τις κατακτήσεις του στο γυναικείο πληθυσμό ! Τότε τα πιο ραλίστικα αμάξια ήταν κάτι NSU. Όλο γύρω απ' αυτά περιστρέφονταν οι κουβέντες του  και πείραζε τα κορίτσια με «εξυπνάδες» διανθισμένες με λέξεις από τη δουλειά του: Θα σου αλλάξω το γκρόβερ ! Ω ρε ένα συσπασιόν ! Μου'φυγε η μπιέλα ! Και άλλα τέτοια...

Οι ψαράδες τ' ουρανού
'Ενα πολύ  διαδεδομένο χόμπυ που έχουν αυτά τα «κακά» παιδιά είναι η διατήρηση περιστεριών !
Σε κάποιες ταράτσες έχουν φτιάξει κουβούκλια συρματοπλεγμένα, κι εκεί μέσα διατρέφουν περιστέρια. Κάθε απόγευμα τα αμολάνε έξω απ' το κλουβί κι αυτά πετάνε ψηλά- χωρίς ν' απομακρύνονται ιδιαίτερα - και κάνουν κύκλους συγκεντρωμένα σε σμήνη...
Το γοητευτικό της απασχόλησης είναι ότι την ίδια ώρα απελευθερώνονται πολλές ομάδες περιστεριών στον ουρανό και τότε ξεκινάει ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι όπου ο κάθε παίκτης : καλείται ν' αναγνωρίσει τα περιστέρια του, με σφυρίγματα και κινήσεις των χεριών να τα καθοδηγήσει, αν είναι δυνατόν να καταφέρει να αποσπάσει από άλλη ομάδα κάποια περιστέρια και να τα κάνει δικά του.
Στο τέλος αυτού του «παιχνιδιού» γίνονται αγοραπωλησίες των «κλεμμένων» περιστεριών. Όπως ο ψαράς αγναντεύει τη θάλασσα και στην ουσία αναζητάει πρόσχημα το νόστιμο ψάρι για να βρίσκεται κοντά στο γαλάζιο στοιχείο έτσι κι ο περιστεράς αναζητάει πρόσχημα -την καταδίωξη των ξένων περιστεριών- για ν' αγναντεύει τον ουρανό για ν' ακολουθάει φανταστικά τα περιστέρια στο πέταγμά τους, για να σφυρίζει και να φωνάζει στο υπερπέραν, να συνομιλεί με το φεγγάρι και τ' αστέρια, να στέλνει μηνύματα στον ήλιο. Πως και με τι τρόπο ο λαϊκός άνθρωπος κάνει ποίηση με την ίδια του τη ζωή !
Ο Μπόρας, ο Γωγάκης, ο Κοκώνης, ο Μητρούσιας, ο Σταύρος, ο Καρβούνης γεννήθηκαν φτωχοί. Οι μάνες τους παραδουλεύτρες, οι πατεράδες τους οικοδόμοι, εργάτες, μανάβηδες. Τίποτε δεν τους χαρίστηκε στη ζωή, από τότε που κατάλαβαν τον εαυτό τους έπρεπε να κάνουν οτιδήποτε για να επιβιώσουν : Θελήματα, ακόμα και μικροκλεψιές, δουλειές του ποδαριού. Τα γράμματα τα κοροϊδεύουν, τα υποτιμούν...Είναι μανιακοί με την ελευθερία, το παιχνίδι, τα κορίτσια, τους καβγάδες, τα μηχανάκια, τις αλητείες. Γι αυτούς η ζωή είναι μια περιπέτεια, γι αυτό την αρπάνε απ' τα μαλλιά και την ξεζουμίζουν. Μερικοί σκοτώνονται με μηχανάκι, άλλοι πέφτουν στην παρανομία, στην καλύτερη περίπτωση βρίσκουν μια δουλειά σ' εργοστάσιο ή σε μια βιοτεχνία.
Αρκετοί απ' αυτούς συμμορφώνονται, κουράζονται απ' τις ασωτίες και τα ντράβαλα κι αποστάζουν στην αγκαλιά κάποιας κοπέλας που βρίσκει το κουμπί τους και τους δείχνει τις ομορφιές της νοικοκυρεμένης ζωής : παιδάκια, ένα πιάτο φαΐ, η οικογένεια γύρω απ' το τραπέζι. Οι περισσότεροι όμως θυμούνται εκείνη τη ζωή την αδέσποτη, την επιπόλαιη. Και παραμένουν εκεί, στο περιθώριο.
Ο Μήτσος το χαμένο κορμί λένε ! Ούτε παιδιά, ούτε γυναίκα, κάνει που και που κάνα μεροκάματο, στα καφενεία κοπροσκυλιάζει και στα καπηλειά. Γυρίζει τα βράδια σε μια τρώγλη μεθυσμένος και λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, νοσταλγεί έναν ήλιο, τη ζωή στο δρόμο, τις χαρές, τα γέλια...
Θυμάμαι ένα σφαιριστήριο κοντά στο γ' νεκροταφείο. Βρώμικο, ύποπτο, κακόφημο. Ο Κατάγιας ήταν ένας σγουρομάλλης με καμπάνες που έπαιζε μπιλιάρδο με στοιχήματα. Τι φάλτσα, τι μπουλέδες, τι  σπόντες, γλυψίματα. Ο Μποζατζής παλιός μου συμμαθητής μεγάλη αλήτρα έπαιζε ποδοσφαιράκι. Έπαιζε πάντα μπροστά. Δεν έσφιγγε ποτέ τη τριάδα, αλλά έβαζε γκολ με κοφτό σουτ. Μαγικά πράγματα...

Η μονομαχία με τον Γωγάκη...
Μια φορά ήρθαν δύο απ' αυτούς, ο Κοκώνης κι ο Γωγάκης στη γειτονιά και σαν κάτι να ζητούσαν...
Οι δύο αυτοί ήσαν κολλητοί. Ο πρώτος ψηλός και λίγο γυρτός, ο δεύτερος κοντός και νευρικός.
Ο Γωγάκης είχε τη φήμη ότι έκανε τις καλύτερες σούζες με το μηχανάκι.
Εκείνο το απόγευμα δεν ξέρω πως την είχε δει ήθελε σώνει και καλά να μαλώσει με τον αδελφό μου.
Έλα ρε, έλα ρε μαλώνουμε ?
Έλα ρε, έλα ρε μαλώνουμε ?
Δεν ξέρω τι εικόνα είχαν για μας, μάλλον μας έλεγαν «μαμόθρεφτα», ήξεραν κιόλας ότι ο μπαμπάς ήταν αστυνομικός, ειδικά ο Γιάννης σαν μεγαλύτερος και δυνατότερος, ήταν στόχος...
Ο Γιάννης δοκίμασε ν' αποφύγει τον καβγά, του λέει όχι τώρα, άλλη φορά, σήκω φύγε και τέτοια, εκείνος όμως να επιμένει φορτικά-πιεστικά σχεδόν σαν να ήταν κορίτσι ο αδελφός μου και ήθελε να τον....
Κάποια στιγμή, βλέπει ότι δεν γίνεται αλλιώς, υποχωρεί και τον οδηγεί λίγο πιο πάνω...
Στέκονται στα δυο μέτρα, ο ένας προς τον άλλον με τα χέρια ψηλά στο στήθος σφιγμένα και σε θέση μάχης ....Οι μάρτυρες δίπλα με αγωνία, ο Κοκώνης, ο Νίκος κι εγώ.
Τότε ο  αδελφός μου ξεκινάει απότομα κι αιφνιδιαστικά με καταιγισμό κτυπημάτων. Ο Γωγάκης αποφεύγει την πρώτη, αποφεύγει τη δεύτερη, η τρίτη όμως τον πιάνει από πίσω. Προσπαθώντας κι αυτός ν' αμυνθεί με γροθιές δεν καταφέρνει τίποτε.
Κόντεψε να πέσει κάτω το παλληκαράκι. Καλά ψέλλισε ! Ο φίλος του τον έπιασε απ' τον ώμο τα μάζεψαν κι έφυγαν. Έμεινα σύξυλος να κοιτάζω τον αδελφό μου. Ο Νίκος του έδινε συγχαρητήρια'
-Ρε μαλάκα το σκότωσες το παιδί ! Του λέω.
Δεν κάνουν έτσι μονομαχίες...Δίνεις και στον άλλον μια ευκαιρία. Νευρόσπαστο, καραγκιόζη...
Του λέω και ήθελα να συνδράμω τον ηττημένο...