Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Το κυνήγι του σκαντζόχοιρου





Είναι τώρα τρεις μέρες που δεν έχω δει άνθρωπο ! Δεν βγαίνω καθόλου έξω, τρώω κάτι κονσέρβες και λαχανικά απ' το ψυγείο. Ωραία περνάω μέσα στο σπίτι ! Κάθομαι διαβάζω, γράφω και ζωγραφίζω. Κοιτάζω τα πουλιά και τα σύννεφα, αφουγκράζομαι τους ήχους, το βράδυ ρεμβάζω μπροστά στο πανόραμα των άστρων. 
Όμως σήμερα δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Δίνω βάση στην ανθρώπινη φασαρία έξω. Ανοίγω το παράθυρό μου και κοιτάζω να δω κανέναν άνθρωπο. Μόλις τον βλέπω από μακριά, σκύβω το κεφάλι και κάνω ότι κοιτάζω αλλού....Μου μπαίνει η ιδέα ότι με κοιτάζει. Κλείνω το παράθυρο και μπαίνω μέσα.
Είναι απογευματάκι και όλος ο κόσμος μαζεύεται στην κοντινή πλατεία.Πίνει καφέ, ουζάκι, κουβεντιάζει, κάνει πλάκα, φωνάζει ο ένας στον άλλον, χαίρεται τη ζωή του. 
Εγώ δεν έχω καμιά συνάφεια μ' αυτούς τους ανθρώπους, κανένα πάρε δώσε ούτε και θέλω να μπω στη διαδικασία να επικοινωνήσω με όλους αυτούς. Άλλωστε με θεωρούν απόκοσμο και δεν ξέρουν με ποιο τρόπο να μου συμπεριφερθούν ! Γι αυτό όταν με βλέπουν τις περισσότερες φορές κάνουν το κορόϊδο....Συνήθως λοιπόν κάθομαι στη βεραντούλα μου προφυλαγμένος απ' τους χοντρούς τοίχους του σπιτιού και αναπολώ, σκέφτομαι ή ακούω μουσική. 
Σήμερα όμως δεν έχω κέφι για τίποτε ανάλογο. Δεν ξέρω τι θέλω. Έχω ανάγκη να βγω,όμως δεν το αποτολμώ. Μου φαίνεται εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. 
Στην καλύτερη περίπτωση θα κάτσω σε κάποιο καφενείο μόνος μου και θα ψάχνω κάποιο γνωστό ν' αρθρώσω μια κουβέντα. Ρε με θυμάσαι, είμαι ο τάδε, τι κάνεις ? Αυτός θα με κοιτάξει με το γνωστό ειρωνικό ύφος : Τι κάνεις καλά είσαι ? Και θα προσανατολιστεί κάπου όπου θα αισθάνεται πιο άνετα..Εγώ θα υποκρίνομαι τον αδιάφορο ενώ από μέσα μου θα βράζω. Έτσι η μοναξιά μου θα ενταθεί σε επικίνδυνο βαθμό. Στο τέλος θά' ρθει δίπλα μου να κάτσει κάποιος αποκλεισμένος απ' τη ζωή ή κάποιος μοναχικός γέροντας που δεν έχει που την κεφαλή κλείναι ! Και τότε δυστυχώς θα βλέπω σ' αυτόν τον εαυτό μου ή την προέκταση του εαυτού μου...
Στη χειρότερη περίπτωση θα κάτσω μόνος και θα κοιτάζω τους άλλους σαν χoλερικός. Οι άλλοι θα ρίχνουν από μακριά κλεφτές ματιές και θα συλλογίζονται χαιρέκακα : Ας τον τον κερατά μόνο του που μας κάνει τον καμπόσο ! Ας τον εκεί να τιμωρηθεί !
Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν τους κανόνες τους : Για να σου δώσει κάποιος σημασία, πρέπει να του μοιάζεις, νά' χετε κάτι κοινό  στον τρόπο συμπεριφοράς. Πρέπει να υπάρχει ένας κοινός κώδικας. Και μη λεκτικός πολλές φορές. Ένα κλείσιμο του ματιού, μια χειρονομία, μια έκφραση. Πρέπει επίσης σ' αυτό το αλισβερίσι να είσαι συνεπής, σωστός. 
Αν ο άλλος παρατηρήσει ανακολουθίες  τότε δικαιολογημένα «κόβει λάσπη» και πηγαίνει αλλού...
Γι αυτό κάθομαι μέσα ήσυχος σαν φυλακισμένος. Όμως σήμερα κάτι δεν πάει καλά. Έχω μια ανησυχία. Η βουή της πλατείας μ' ενοχλεί. Θέλω να βγω λίγο έξω αλλά διστάζω...Προσποιούμαι ότι έχω ξεχαστεί και παρακολουθώ μια σαύρα που έχει σκαρφαλώσει στο ταβάνι και περπατάει ανάποδα χωρίς να πέφτει ! Πως το κάνει ? Μήπως έχει καταργήσει τη βαρύτητα ?
Γυρίζω πίσω και βλέπω ξαφνικά τρεις χωριανούς να με κοιτάζουν βλοσυρά....
-Εσύ τι κάνεις εδώ ?
-Γιατί δεν βγαίνεις έξω ?
-Σου έχουμε κάνει κάτι ?
Κλείνω τα μάτια μου και χάνονται ! Δεν ξέρω αν είναι η φαντασία μου... Ξαναεμφανίζονται.
-Κοίταξέ τον ύφος που έχει ....
-Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε ?
-Γιατί δεν θες να μας δεις αφού είσαι καλό παιδί και ξέρουμε ότι μας αγαπάς ...
-Έλα έξω δεν πρόκειται να σ'ενοχλήσουμε !
-Έχεις να κρύψεις κάτι ?(Λέει ο ένας πονηρά)
-Πως τα καταφέρνεις και κάθεσαι μονάχος ?
-Έλα να πιεις ένα κρασί 
-Βγες έξω, θα τρελαθείς εδώ μέσα !
-Άσε τα βιβλία, τα βιβλία δεν σε βοηθάνε, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι και στο τέλος τα χάνεις....
-Ζεις στο δικό σου κόσμο ! Βγες έξω να δεις τη ζωή ! Τη πραγματική ζωή ! Τα προβλήματα της καθημερινότητας : Πως θα ασχοληθείς με πρακτικά πράγματα, να επιδιορθώσεις μια πόρτα, ένα πόμολο, μια ηλεκτρική συσκευή, εδώ μέσα είσαι άχρηστος...
Ένας απ' αυτούς αλλάζει σιγά-σιγά μορφή και το πρόσωπό του αρχίζει να μοιάζει με το δικό μου...
-Αφήστε τον σε μένα παιδιά ! Έλα εδώ σε μένα φιλαράκο !
Εγώ σε ξέρω καλά δεν μου ξεφεύγεις.... Δεν μου λες ξέρεις κάτι για τη γίδα του Διονύση ?
Ακούγεται ότι δήθεν αγαπάς τα ζώα και κόβεις τα σχοινιά και τ' απελευθερώνεις. Είναι αλήθεια ?

Αποφασίζω να βγω μια βόλτα μόνος μου. Θα περπατήσω λίγο για ν' αλλάξω παραστάσεις. Τι ωραία που είναι ! Ο ήλιος, η θάλασσα, τα πουλιά, πιο κει ένα άλογο, τα δέντρα, οι πέτρες, τ' αγέρωχα βουνά, τα σύννεφα ....Μυρίζει θυμάρι. Όμως κι αν όλ' αυτά σου δίνουν την αίσθηση της ελευθερίας, όταν σκέφτομαι τον κόσμο του χωριού με πιάνει μια ασφυξία, ένα σφίξιμο.
Όμως αυτός που έρχεται ποιος είναι ?
-Γεια σου κύριε Μήτσο !
-Γεια σου, βολτούλα ? (Βαριεστημένο μειδίαμα)
Συνεχίζω..Βαδίζω αργά και παρατηρώ τριγύρω.
Ξαφνικά στη μέση του δρόμου βλέπω μια τρύπα. Σταματώ και προσπαθώ ν' αντιληφθώ το μέγεθος του κινδύνου. Δεν μπορώ ακριβώς να κρίνω πόσο μεγάλη είναι. Είναι αρκετά μεγάλη για να πέσει η ρόδα ενός αμαξιού ή περνάει από πάνω χωρίς καμία επίπτωση ?
Κάνω να φύγω αλλά δεν μπορώ να φύγω άπρακτος. Αυτό που βλέπω με ανησυχεί ιδιαίτερα. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω κάτι για να προφυλάξω τους διερχόμενους οδηγούς. Μα τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτό ? Είναι η δουλειά μου ν' ασχολούμαι ? Όχι. ¨Οποιος με δει να καταγίνομαι με τέτοια πράγματα θα με χαρακτηρίσει επιοικως περίεργο.
Όμως εμένα δεν με νοιάζει ! Μια υπερφυσική δύναμη με σπρώχνει κοντά στη τρύπα. Πρέπει να κάνω κάτι. Να δείξω ότι δεν είμαι αδιάφορος αλλά νοιάζομαι για τους ανθρώπους. Έχει χαθεί το φιλότιμο απ' όλο τον κόσμο. Κανείς δεν δίνει διάρα για τους συνανθρώπους του. Εγώ δεν είμαι έτσι. Είμαι διαφορετικός.
Μαζεύω με τις χούφτες μου χώμα και προσπαθώ να γεμίσω τη λακκούβα.Αλλά είναι μάταιο. Ρίχνω και ξαναρίχνω χώμα μα δεν γίνεται τίποτα. Η τρύπα δεν γεμιζει με τίποτα. Ρίχνω και κάποιες πέτρες με ξύλα. Έχω ιδρώσει απ' την αγωνία μου. Τελικά βρίσκω τη λύση να βάλω κάποια ξύλα που να εξέχουν απ' την τρύπα ώστε να φαίνονται από μακριά και να στρίβει έγκαιρα ο οδηγός.
Ανησυχώ για το αποτέλεσμα του δημιουργήματός μου. Ένα αμάξι καθώς πέρασε από πάνω  έσπασε
τα ξύλα. Ο οδηγός άκουσε ένα θόρυβο, φοβήθηκε ότι έγινε ζημιά και πάρκαρε στο πλάϊ για να ζητήσει εξηγήσεις. Μονολογούσε κι έβριζε....Με βλέπει δίπλα στο δρόμο κι αντιλαμβάνεται ότι έχω σχέση με το περιστατικό. Πλησιάζει και τον αναγνωρίζω. Είναι ο κυρ Βαγγέλης. Είναι τεράστιος, έχει μεγάλες πλάτες και χέρια. Βαριά φωνή.
Πλησιάζοντας άρχισε να ηρεμεί κάπως. Κοίταξε την τρύπα δίπλα μου και προσπάθησε να βγάλει άκρη...Γιατί δεν ειδοποιείς το δήμο ? Μου λέει.
-Μπα δεν βγαίνει τίποτε. Ως που νά'ρθει...
Με πιάνει με τη χερούκλα του απ' τον ώμο και μου λέει : Φίλε μου μην ασχολείσαι με τέτοια πράγματα,θα μπλέξεις χειρότερα. Και φεύγει....
Εγώ έχω κολλήσει με το θέμα. Ξέρω ότι δεν βρήκα κατάλληλη λύση, αλλά προσωρινή και καλά θα ήταν να κάτσω να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να κάνω...
Περπατώντας προς τα κάτω, βλέπω κάτι που μ' ανησυχεί περισσότερο. Κι άλλες τρύπες παρακάτω πολλές. Πρέπει να κάνω κάτι. Να παρέμβω. Δεν αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Πρέπει εγώ....έχω προσωπική ευθύνη....δεν είμαι άχρηστος...
Αποφασίζω να φύγω. Καθώς απομακρύνομαι δεν μπορώ να ησυχάσω. Θέλω να γυρίσω να προλάβω το κακό που είναι σίγουρο ότι θα γίνει !Θα ήθελα όλη νύχτα και όλη μέρα να κάτσω εκεί στο δρόμο και να προειδοποιώ τους οδηγούς για τον κίνδυνο που διατρέχουν. Να σηκώνω τα χέρια ψηλά και να τους ειδοποιώ να κόβουν ταχύτητα.
Γυρίζω στο σπίτι ζαλισμένος και νευριασμένος. Το μυαλό μου έχει κολλήσει στην τρύπα και έχω εφιάλτες. Βλέπω χιλιάδες τρύπες και μέσα σ' αυτές πέφτουν αυτοκίνητα. Απ' τ' αυτοκίνητα βγαίνουν οδηγοί με σπασμένα πόδια, κομμένα χέρια, χτυπημένα κεφάλια,παντού δακτυλιές από αίματα. Μέσα στις τρύπες διακρίνω τα κεφάλια των χωριανών μου να γελάνε ειρωνικά και μετά να με κατηγορούν ότι εγώ φταίω για το κακό. Είμαι το εξιλαστήριο θύμα. Μάλιστα ο κυρ Βαγγέλης κατά πάσα πιθανότητα έχει διαδώσει σ' όλο το χωριό ότι εγώ έχω άμεση σχέση με τις λακκούβες. Ίσως μάλιστα εγώ τις δημιούργησα για να κάνω κακό στους χωριανούς.
Δεν αισθάνομαι καλά. Η μαύρη τρύπα μου έχει κολλήσει στο μυαλό και τη σκέφτομαι συνέχεια. Πάω να σκεφτώ κάτι άλλο, να κάνω κάτι άσχετο και διαρκώς επισημαίνει την παρουσία της. Συνέχεια, συνέχεια, εμμονικά μου τριβελίζει το μυαλό.Σιγά-σιγά η έμμονη ιδέα γίνεται πόνος στο κεφάλι και σφίξιμο. Καθώς η σκέψη απομακρύνεται λίγο, αφήνει πίσω  το αποτύπωμά της, ένα σφίξιμο στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού. Κάνω λίγο μασάζ στο σημείο αυτό αλλά τίποτα.
Με πήρε λίγο ο ύπνος. Με δυσκολία κοιμήθηκα δύο ώρες. Το υπόλοιπο της νύχτας στριφογύριζα στο κρεβάτι μου και ίδρωνα απ' το άγχος.
Σηκώθηκα αργά με άσχημη διάθεση, παραιτημένος και θυμωμένος με τον εαυτό μου. Έχω μια όψη κακόμοιρη κι έχω αποβάλλει επίτηδες όλη τη περηφάνια που συνήθως προβάλλω προς τα έξω. Δεν ξέρω τι  να κάνω, νομίζω ότι το καλύτερο είναι να έρθω σε επαφή με τους άλλους. Μόνος μου αποκλείεται να βρω λύση πάντως.
Στην πλατεία συναντάω τον Μίλτο που με καλεί να κάτσω δίπλα του, έναν μουστακαλή μάγκα  που έχει πιάσει στασίδι απ' το πρωΐ και πίνει μπύρες, ενώ προφανώς ζητάει παρέα και άλλοθι για να συνεχίσει να πίνει...Πείθομαι εύκολα μιας και η βούλησή μου έχει αποδυναμωθεί.
Αρχίζω να πίνω άκριτα. Θέλω να ξεχάσω αυτό που είμαι. Δεν τον γουστάρω τον εαυτό μου, θέλω να γίνω κάτι άλλο. Αρχίζω να συμπεριφέρομαι περίεργα. Οι άλλοι το καταλαβαίνουν. Γελάνε ειρωνικά Παραδίπλα σε μια παρέα-πήρε τ' αυτί μου- συζητάνε για μένα ότι έριχνα χώμα και ξύλα σε κάτι λακκούβες και έσπαγαν τα διαφορικά των διερχόμενων αυτοκινήτων Ένας άλλος με παρομοίασε με σκαντζόχοιρο.. Γελάνε ειρωνικά και σκουντάει ο ένας τον άλλον. Κάνω λίγο έτσι να χορέψω για πλάκα. Ένας μου βάζει τρικλοποδιά και πέφτω κάτω. Όλα γυρίζουν γύρω μου....
Σε λίγο σκάει μύτη στην πλατεία ένα σαραβαλιασμενο αμάξι και σταματάει. Βγαίνει ένας τύπος άγνωστος που τρεκλίζει σα να έχει χτυπήσει.« Έπεσα σε κάτι λακκούβες εδώ πιο πάνω στο δρόμο» εξηγεί. «Τι μου λες σοβαρά ; Απίστευτο» απαντούν με υποκρισία οι χωριανοί σα να μην ξέρουν τίποτα...
Εγώ νιώθω μια αγαλλίαση να διαπερνά τα σπλάχνα μου ! Ο πόνος στο κεφάλι εξαφανίστηκε και νιώθω δικαιωμένος....Θα σας δείξω εγώ λέω. Κάτι σαν αγκάθια φανήκαν γύρω απ' το σώμα μου....