Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Αχιλλέας




Μικροκαμωμένος και αεικίνητος με αδρά χαρακτηριστικά. Είναι τόσο απόλυτα σίγουρος στην άρνηση και στην αντίρρηση που εντυπωσιάζει ! Δυο μάτια έξυπνα και μια σιγανή φωνούλα που συνεχώς σαρκάζει, κοροϊδεύει τον κόσμο που τον έχουν βάλει να ζήσει. Δεν ξέρω ακριβώς πως βλέπει τον κόσμο των μεγάλων αλλά κατά πάσα πιθανότητα αυτό που βλέπει τον διασκεδάζει και τον χαροποιεί γιατί έχει ένα μόνιμο χαμογελάκι και είναι πάντα έτοιμος να ανατρέψει την κατάσταση που τον έχουν θέσει με μια γκριμάτσα, μια κραυγή, ένα μπου, μια μίμηση πάταγου !
Στην αρχή τον διέκρινα απ' τους υπόλοιπους γιατί ήταν ο μοναδικός που μου απάντησε σ' ένα δύσκολο πρόβλημα. Εντυπωσιάστηκα και είπα από μέσα μου : εδώ είμαστε...Όμως γρήγορα έχασα τον ενθουσιασμό μου διότι ο Αχιλλέας δεν είναι καμιά εύκολη περίπτωση...Απαιτεί τεράστια αποθέματα νεύρων και περίσσεια ψυχικής ισορροπίας που δεν θα έλεγα ότι είναι σίγουρα. Δεν έχει τετράδιο παρά μόνο ένα τσαλακωμένο πρόχειρο. Σηκώνεται πάνω, κάνει ότι θέλει, ζωγραφίζει, παίζει με το μπλάνκο και αφαιρείται εύκολα. Γυρίζει μιλάει με τους πισινούς του ή με τον διπλανό. Κάθεται άνετα, βάζει τα πόδια του στο θρανίο.Δεν δίνει σημασία στο μάθημα παρά μόνο αν κάποιος τον πιέσει πολύ. Πάντως έχει ένα μοναδικό τρόπο ν' αντιμετωπίζει την «εξουσία» σχεδόν αφοπλιστικό. Είναι ατάραχος, ατρόμητος και πολύ ψύχραιμος ότι και να γίνει. Αντιμετωπίζει τα πάντα σαν φυσικά. Δεν σου λέει να μη φωνάζεις αλλά και δεν σου υπογράφει ότι θα σε υπακούει...Προπαντώς όμως αντιμετωπίζει τη συμπεριφορά του σαν την μόνη ενδεδειγμένη και αρμόζουσα για την περίσταση. Και αυτό παρότι οι υπόλοιποι συμμαθητές του είναι υπάκουοι και φιλότιμοι. Μοιάζει σα να προσπαθεί να ψυχαναλύσει τους καθηγητές που τον κοιτάζουν έκπληκτοι και αμήχανοι. Είμαι παιδί και έχω δικαίωμα να επιλέγω εγώ τι θα κάνω και όχι εσείς. Βροντοφωνάζουν οι τρόποι του και συνεχίζει ακάθεκτος να επιλέγει αυτός το πρωτόκολλο των υποχρεώσεών του. Τα άλλα παιδιά τον κοιτάζουν προβληματισμένα. Αρκετοί τον θαυμάζουν ενδόμυχα και μερικοί προσπαθούν να τον μιμηθούν όμως μετά τις πρώτες επιπλήξεις υποχωρούν. Πως το κάνει ; σκέφτονται . Και συνεχίζουν να πειθαρχούν περισσότερο υπακούοντας σε κάποια μυστική παρόρμηση παρά στις φωνές και τα κελεύσματα των μεγαλύτερων.
Προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν το μάθημα που θα ικανοποιούσε σε κάποιο βαθμό τον Αχιλλέα. Μια τεράστια αίθουσα με χρώματα και μοκέτες, σαν τα σχολεία που βλέπουμε στα βίντεο από τη Σουηδία και τη Φινλανδία. Οι δάσκαλοι παρεμβαίνουν διακριτικά και όταν χρειαστεί. Τα παιδιά αυτενεργούν, δημιουργούν, ανακαλύπτουν, διασκεδάζουν μαθαίνοντας....Αν θέλουν κάνουν μαθηματικά, αν όχι ζωγραφική, μουσική, χορό. Καρέκλες δεν υπάρχουν, αλλά τα παιδιά ελεύθερα κυλιόνται στο πάτωμα. Παντού υπάρχουν υπολογιστές και διαδραστικά συστήματα. Ξέρεις τι είναι να έρθει από μόνο του το παιδί και να σου πει ; Ανακάλυψα μια πρόταση ή θέλω να λύσω αυτό το πρόβλημα αλλά δεν ξέρω τον τρόπο. Μπορείς να με βοηθήσεις ; Βρήκα κάτι που ισχύει αλλά δεν ξέρω πως να το διατυπώσω....Τα παιδιά συνεργάζονται μεταξύ τους κι εκεί που υπολείπεται κάποιο παιδί συμπληρώνει ένα άλλο. Τι μαγεία να συνεργάζεσαι με κάποιον ! Δεν είσαι μόνος σου, τον αγαπάς τον άλλον, τον χρειάζεσαι....Η γνώση δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά καλλιεργείται και αναπτύσσεται συλλογικά. Αλλά εξελίσσεται και το ατομικό ταλέντο. Θέλω μόνος μου να συγκεντρωθώ, να φτιάξω ένα δικό μου κόσμο, ιδιαίτερο, ξεχωριστό και κανένας να μην βάλει το χέρι του. Οι μεγάλοι του κόσμου αυτού ότι ήταν να κάνουν το έκαναν. Δεν θέλω άλλο. Θέλω εγώ ν' ανέβω μόνος μου το βουνό και κανείς να μη με βοηθήσει με κίνδυνο να τρελαθώ ή να πεθάνω. Έτσι φτιάχνονται οι ήρωες και οι μεγάλοι εξερευνητές. Βαδίζουν τα απάτητα....
Έχοντας στο νου μου λοιπόν κάτι τέτοιο, προσπαθώ κι εγώ με τα φτωχά μου μέσα, να απευθυνθώ στον Αχιλλέα, να του παρακινήσω το ενδιαφέρον. Ησυχία λέω στους υπόλοιπους.....ο Αχιλλέας δουλεύει. Θαύμα...Και κοιτάζουν oi υπόλοιπoι με ενδιαφέρον. ¨Ομως είναι τόσο δύσκολο.
Δεν έχει συνέπεια, δεν δεσμεύεται και δεν πιέζει τον εαυτό του. Εγώ σιχαίνομαι να του φωνάζω, μου ξυπνάει το παιδί που έχω μέσα μου, τον αναρχικό, τον ασυμβίβαστο και μένω μετέωρος και αμήχανος. Προσπαθώ να κάνω υπομονή, να του κινήσω το ενδιαφέρον και να τον βάλω στο παιχνίδι, να τον κάνω να συμμετάσχει. Παράλληλα όμως προσπαθώ αυτό να μη φανεί στα άλλα παιδιά διότι είναι μεροληπτική συμπεριφορά και άδικη. Καμιά φορά τον βγάζω και έξω. Οπότε πηγαίνει στα παράθυρα και κρυφοκοιτάζει. Φεύγα του λέω, κάνε πιο κει. Τον πιάνω στο διάλειμμα. Γιατί αγόρι μου το κάνεις αυτό ; Μα έχει πλάκα κύριε....Και δεν αντέχω και σκάω χαμόγελο.
Μου υποσκάπτει το μάθημα, μου χαλάει την ησυχία, είναι μεγάλος προβοκάτορας γιατί με κάνει να τα βάζω με τον εαυτό μου ν' αμφισβητώ τον ρόλο μου και τη δουλειά μου. Με κοιτάζει με τα μπιρμπιλοτά μάτια του και τα χάνω. Κωλοδουλειά λέω από μέσα μου. Ήταν ανάγκη να υπάρχει ένας Αχιλλέας ; Να αναιρεί τελείως το μάθημα, να το κοροϊδεύει ; Να απαξιώνει τόσες και τόσες προσπάθειες χρόνων ; Μα τι θέλει επιτέλους αυτό το παιδί ; Τι προσπαθεί να μας πει ; Μας διδάσκει κάτι σ' εμάς τους δασκάλους ; Πως είναι τόσο σίγουρος γι αυτό που κάνει ; Μήπως είναι εξωγήινος ;
Μήπως είναι ένα απλό διαβολάκι που θέλει συνεχώς να καταστρέφει ; Μήπως είναι προβληματικό παιδί και προβάλλει προς τα έξω τις εσωτερικές του αναταράξεις ; Τι συμβαίνει επιτέλους μ' αυτόν;
 Μήπως το λάθος είναι δικό μας; Μήπως δεν πάει άλλο ; Μήπως πρέπει ν'αλλάξουν όλα ; Μήπως οι τεχνολογικές εξελίξεις μας έχουν προσπεράσει και έχουν δημιουργήσει καινούργια δεδομένα που δεν είναι δυνατόν να τα ξεπεράσουμε ; Μήπως τα παιδιά σαν παρθένοι οργανισμοί είναι πιο ευαίσθητοι δέκτες των εξελίξεων και ξέρουν καλύτερα από μας πoιο είναι το καλύτερο ;

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Η ζωή επιστρέφει δυνατή και παράξενη..

Ένιωσε ένα σουβλερό πόνο στη κοιλιά όπως προχθές αλλά δεν είπε τίποτα. Κοίταξε τ' αυτοκίνητα γύρω, τους ανθρώπους, τη θάλασσα και συνειδητοποίησε ότι όλ' αυτά τ' αποχαιρετάει. Καλά έζησε εδώ που τα λέμε. Όσα πάνε κι όσα έρθουν. Η ζωή δεν είναι για πολλή σκέψη. Γλέντα τη, γλέντα τη όσο μπορείς, όμως σε λίγο μελαγχόλησε :
Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις , σε βαρέθηκα...............κι αν χρυσά παλάτια τάζεις είναι ψεύτικα.....
Ο πόνος συνέχισε να τη σουβλίζει.
Κώστα δώσε μου λίγο να οδηγήσω !
Τό' χε άχτι να οδηγήσει !
Ο Κώστας όλως περιέργως δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Σταμάτησε στο πλάϊ, βγήκε  έξω κι άφησε την πόρτα ανοιχτή για να μπει η γυναίκα του η Σούλα.
Ξεκίνησε γρήγορα μαρσάροντας πολύ και ακούμπησε πάνω στο τιμόνι σφιγμένη, αλλά ο Κώστας δεν έδωσε σημασία ως συνήθως.
Οδηγούσε προσεκτικά αν και λίγο αφηρημένη. Ο Κώστας κάθε λίγο και λιγάκι της έδινε συμβουλές γιατί ανησυχούσε μην κάνει κάποια αδέξια κίνηση.
Βάλε λίγο το ραδιόφωνο Κώστα του είπε για να μη φανεί ότι υποφέρει κι αυτός συνεχίζοντας να μη δίνει σημασία έψαξε λίγο με το κουμπί και κατέληξε στον ΣΠΟΡ FM.
Κώστα, Κώστα δεν είμαι καλά, χάνομαι ! Ο Κώστας έκανε μια απότομη σπασμωδική κίνηση και άρπαξε το τιμόνι με τ' αριστερό : «Κάνε δεξιά»  της λέει και συνέχισε να κρατάει το τιμόνι.
Εκείνη είχε κλείσει τα μάτια.
Ο Κώστας αστραπιαία μόλις πιάσανε τη δεξιά λωρίδα τράβηξε χειρόφρενο και βγήκε γρήγορα να πάρει τη θέση του οδηγού. Με το ζόρι η Σούλα μετακινήθηκε, τρεκλίζοντας στην άλλη θέση.
Ο Κώστας κατάλαβε ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει και πάτησε το γκάζι για το κρατικό που εφημέρευε και που δεν απείχε παρά λίγα χιλιόμετρα.
Την έβαλε στα γρήγορα στο καρδιολογικό και έκατσε έξω ανησυχώντας βέβαια αλλά σίγουρος ότι η Σούλα είναι βράχος και θα τη σκαπουλάρει. Πήρε στο κινητό μάλιστα την κόρη τους και της είπε να έρθει με το πάσο της αφού ετοιμάσει σε μια τσάντα καμιά αλλαξιά και καμιά νυχτικιά για τη Σούλα. Κάθησε αμέριμνος για λίγο έξω. Δεν τους γούσταρε τους γιατρούς- στην ουσία κανένα μορφωμένο- και όλη αυτή η διαδικασία τον κούραζε.
Σε μια στιγμή βγήκε ένας με γυαλάκια με ύφος χαζό, ντροπαλό αλλά συγχρόνως μ' ένα προσποιητό θράσος.
Ο κύριος Πράτης ; Ναι εδώ εγώ. Τι γίνεται γιατρέ πως πάει η ασθενής ; Χαμογέλασε λίγο για να ζεστάνει το κλίμα.
Ο γιατρός χαμήλωσε λίγο τα μάτια και σοβάρεψε απότομα. Προχώρησε στην ουσία : «Δυστυχώς κύριέ μου τη χάσαμε»
Έμεινε κάγκελο ο Κώστας. Δεν μπορεί, κάνει λάθος ο μαλάκας σκέφτηκε από μέσα του.
Ττττ.........Προσπάθησε ν' αρθρώσει μια λέξη αλλά δεν έβγαινε τίποτα.
Τον παραμέρισε με βίαιες κινήσεις κι  έσπρωξε την πόρτα για να δει μόνος του.
Η νοσοκόμα έβγαζε τα τελευταία ηλεκτρόδια του καρδιογραφήματος μαζί με τα μπαμπάκια και κατέβαζε τη μπλούζα της για να μη φαίνεται το αναμφισβήτητα ακόμη ωραίο στήθος της.
Ο Κώστας πλησίασε. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η Σούλα ήταν αυτή ; Η γυναίκα του ; Η χορευταρού , η πλακατζού, η κούκλα ; Μόλις τώρα δα δεν μιλούσαν μαζί ; Οι δυο τους πέρασαν τόσα και τόσα και τώρα στέκεται βουβή, άσπρη σαν άδειο σακκί.
Σούλα, Σούλα.........
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ  μια κραυγή βγήκε από μέσα του κι αμέσως το πρόσωπό του μεταμορφώθηκε κι έγινε τερατώδες ! Πήρε τη μορφή μάσκας που συμβόλιζε.......κλάμα ; γέλιο ; γκριμάτσα ; Κανείς δεν μπορεί να πει.
Τα χέρια του πήγαν στην αρχή να κρύψουν την αγριάδα του προσώπου του και μετά στράφηκαν στο σώμα της πεθαμένης. Θάνατος από εσωτερική αιμορραγία, έγραψε ο γιατρός στη φόρμα της βεβαίωσης θανάτου.....
Σιγά-σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί. Του φάνηκε κάτι σαν τρελό όνειρο απ' το οποίο δεν μπορούσε να ξυπνήσει !

Η όλη φάση έμοιαζε σαν πασχαλιά. Όλα ήταν χαρμόσυνα. Τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι ήταν μνημόσυνο. Το αρνί σιγοψηνόταν στη χόβολη, τα παιδιά γύρω παίζανε σαν παλαβά, ο γυιος του ο Βασίλης υποδεχόταν τους καλεσμένους με χαζοχαρούμενο ύφος, η νύφη του η Μαρία είχε πιει κανα δυο ποτήρια και φαινόταν έτοιμη  να χορέψει και ο Κώστας πότε γελούσε, πότε έκλαιγε, τη μια τσούγκριζε το ποτήρι του την άλλη θυμόταν τη Σούλα και φώναζε : Σούλα, Σούλα μου !
Είχε καλέσει κάμποσους φίλους, συγγενείς να φάνε, να πιούνε και να κλάψουν τη Σούλα. Το κλίμα όμως κάθε άλλο παρά πένθιμο ήταν. Γέλια, χαρές οι καλεσμένοι όλο ζωή δεν χόρευαν βέβαια, αλλά μιλούσαν δυνατά φχαριστιόντουσαν και πέρναγαν καλά.
Το κτήμα όπου γινόταν το πανηγύρι το είχε φτιάξει εδώ και είκοσι χρόνια με τον κήπο του, τα δέντρα του, πορτοκαλιές, μανταρινιές, λεμονιές κι ελιές. Είχε βάλει γεώτρηση, φωτοβολταϊκό και συστήματα αιολικής ενέργειας. Ένας σκύλος κακομοίρης στεκόταν δεμένος στον ήλιο με μια γλωσσάρα να κρεμασμένη και κουνούσε ολοένα την ουρά του.
Είχε φτιάξει μόνος του και δυο κούνιες, μια τραμπάλα, μια τσουλήθρα έτσι πρόχειρα για τα παιδιά.
Το σπίτι απλό, με το τζάκι του, την κουζίνα του άνετο να κοιμίσει και να ταΐσει αρκετούς ανθρώπους.
Τα παλιόπαιδα τα εγγόνια του είχαν βρει την ευκαιρία να ξεσαλώσουν. Το ένα είχε ανέβει στην κούνια και κουνιότανε με τόση δύναμη που το κεφάλι του σχεδόν έβρισκε στο δοκάρι της κληματαριάς. Παρ' όλ' αυτά κανείς δεν έδινε σημασία. Σούλα ε Σούλα ! Φώναξε πάλι.
Στην άκρη του κήπου είχε μετατρέψει ένα μικρό θερμοκήπιο, δηλαδή μια ξύλινη κατασκευή σκεπασμένη με διάφανο πλαστικό σε αίθουσα εστίασης.
Ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα και ο ήλιος ζέσταινε το θερμοκήπιο. Αν προσθέσεις και το κρασί στη θαλπωρή του θερμοκηπίου όλ' αυτά ήταν αρκετά για να ξεπεράσει κανείς την αμηχανία του συνδυασμού μελαγχολίας που φέρνει ένας θάνατος και της εγκαρδιότητας που πρέπει να δείξει σε κάποιον  που τον κερνάει και τον φιλοξενεί. Είχαν μαζευτεί λοιπόν στο θερμοκήπιο μερικοί μάλλον άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι ή στη καλύτερη μακρινοί συγγενείς κι έλεγαν ιστορίες -ότι τους ερχόταν στο μυαλό από μια διάθεση συμπαράστασης στον οικοδεσπότη. Κυρίως για να τον κάνουν να ξεχαστεί και να αισθανθεί καλύτερα......
«Κάποτε ...είχα ένα συνάδελφο, καλό παιδί » ξεκινάει ένας ηλικιωμένος κύριος, «που ερωτεύθηκε σφόδρα μια κοπέλα. Παντρευτήκανε και κάνανε γρήγορα και δυο παιδάκια. Ξαφνικά μαθαίνουμε ότι αυτή τον παράτησε κι έφυγε με μια φίλη της μακριά να ζήσουνε μαζί....»
Χα χα χα η παρέα ευθύμησε και τσιμπολογούσε τους μεζέδες.
Κώστα να ζήσετε να τη θυμόσαστε. Σούλα ε Σούλα ! Φώναξε πάλι ο Κώστας. Ένας άλλος μυστακοφόρος μάγκας έπιασε το νήμα της κουβέντας από κει που το άφησε ο προηγούμενος και συνέχισε :
«Κάποτε είχα μια γνωστή που ήταν αρκετά ελεύθερη στον έρωτα. Αυτή είχε στο σπίτι έναν μεγάλο σκύλο, λυκόσκυλο. Ο άντρας της ήταν ταξιδιάρης κι έλειπε συνήθως για πολύ καιρό. Μια φορά όταν επέστρεψε από ταξίδι, ο σκύλος έδειχνε όχι μόνο να μην τον θυμάται καθόλου αλλά ακόμη περισσότερο να τον εχθρεύεται.
Όταν το ζευγάρι ξάπλωσε στο κρεββάτι για να λύσει τους λογαριασμούς όλου του χαμένου καιρού, ο σκύλος δεν άντεξε κι επιτέθηκε στο νοικοκύρη. Με δυσκολία η γυναίκα τον τράβηξε απ' τα δόντια του.
Χα χα ακολούθησε ένας ορυμαγδός από χάχανα. Η παρέα περνούσε ευχάριστα, το κρασί ήταν καλό κι ο Κώστας πότε αφουγκραζόταν τις ομιλίες, πότε το μυαλό του έφευγε και στενοχωριόταν. Σε μια στιγμή σηκώθηκε, απομακρύνθηκε, πήγε κοντά σε μια λεμονιά κι έκρυψε το κεφάλι του στα χέρια του. Έβλεπε με τη φαντασία του τη Σούλα να χορεύει τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικα, χασάπικα. Τι χαρά θεού ήταν αυτή η γυναίκα ! Καλή νοικοκυρά, μάνα και άνθρωπος. Αλλά προπαντός ωραία γυναίκα.
Γέννημα θρέμμα κοκκινιώτισσα, λαϊκός άνθρωπος, μεγάλωσε στις γειτονιές του Πειραιά, ήταν έξω καρδιά. Ο πατέρας της μπουζουξής, τον ακολουθούσε όπου πήγαινε και χόρευε στο πάλκο.
Περάστε όμορφα, διασκεδάστε, χαρείτε λέει ο Κώστας και τσούγκρισε το ποτήρι του με τους συνδαιτημόνες. Έτσι θέλω να είστε όταν θυμόσαστε τη Σούλα μου. Όπως ήταν κι εκείνη : Εξω καρδιά και γλέντι.
Ο κυρ Βαγγέλης, ένας γέρος με άνοια, που είχαν πάρει μαζί τους οι γείτονες και δεν καταλάβαινε και πολύ παρ' όλ' αυτά είχε απλώσει τη χερούκλα του  κάτω απ' το τραπέζι  και χάϊδευε το γόνατο της Νατάσας της πεταχτής ανηψιάς του Κώστα. Αυτή τραβιόταν πιο πέρα και κοκκίνιζε αλλά δεν έδινε συνέχεια στο γεγονός εξ αιτίας της ημέρας και επειδή λυπόταν το γέρο και δεν ήθελε να τον κάνει ρεζίλι.
Σε μια στιγμή ο Κώστας απομακρύνθηκε απ' την παρέα και πήγε στα κλουβιά με τα πουλιά.
Υπήρχε ένας περιστερώνας, καρδερίνες, φλώροι, παπαγάλοι.
Κάποιος παρατήρησε τις κινήσεις του και φώναξε : «Τι κάνει ο Κώστας εκεί ;» Ο Βασίλης ο γυιός του έτρεξε να προλάβει.
Ο Κώστας σιγά-σιγά μεθοδικά άνοιγε ένα-ένα τα κλουβιά κι απελευθέρωνε τα πουλιά. Όταν κάποιο πουλί ξαφνιασμένο δεν ήθελε να βγει, το άρπαζε στη χούφτα του και το πέταγε στον αέρα. «Έτσι θέλω να λευτερώσω τη ψυχή της...»
Άφησε τα πουλιά ψηλά κι ένιωσε κι εκείνος να πετάει μαζί τους.....



Ζορζ Βολίνσκι











Πως είναι δυνατόν να κάνεις πλάκα με την αυτοκτονία του άλλου ή να περιγελάς ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα ? Τέτοιες απορίες μας δημιουργούσαν τότε στα 20-25 το σκληρό κόμικ των Ρεζέ και Βολίνσκι από τις σελίδες της ιστορικής Βαβέλ ! Δεν είχαμε καταλάβει τότε στα χρόνια της άγουρης νιότης ίσως πόσο σκληρή είναι πράγματι η ζωή και πόσο τραγικά παιχνίδια σου παίζει που αν δεν γελάσεις λίγο μ' αυτή την τραγικότητα δεν τη βγάζεις καθαρή ! Λιτό σκίτσο, σχεδόν άτεχνο αλλά μ' ένα σενάριο καταπληκτικό, οξύ που δημιούργησε σχολή. Δεκαετίες ολόκληρες στο κουρμπέτι, παιδί του Μάη του 68 έγραψε και θεατρικά έργα, δούλεψε στο ιστορικό «χαρακίρι» και κατέληξε στο «charlie hebdo Έτσι φάνηκε τελικά ότι στο κόμικ αυτό που μετράει πρώτα είναι το να έχεις κάτι να πεις, όπως θα πει αργοτερα και ο θρυλικός Pazienza, εν αρχή ην ο λόγος δηλαδή.Αδυσώπητη κρητική στον κακομοίρη αστό της εποχής μας που αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τις σεξουαλικές εμμονές του, προσποιείται τον άνετο ενώ είναι νευρωτικός, τον φιλελεύθερο ενώ είναι βαθιά συντηρητικός.Σαν κοπίδι έκοβε το πενάκι του. Μαύρο χιούμορ κατάμαυρο. Μπορούμε να γελάσουμε με τα πάντα ? Μπορούμε να σατιρίσουμε τα πάντα ? Ναι ένας ελεύθερος καλλιτέχνης μπορεί φτάνει να ξέρει ότι αυτό μερικές φορές πληρώνεται με την ίδια tου τη ζωή...




Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

δασκάλα





Έχουν ομορφύνει οι Τετάρτες μου στις 6.00 τ' απόγευμα από τότε που άρχισα να παρακολουθώ τα μαθήματα παγκόσμιας ιστορίας από την  αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος ιστορίας-αρχαιολογίας του
πανεπιστημίου Μαρία Ευθυμίου.
Καθώς χαζεύω το μάθημά της, καταγράφω λεπτομέρειες και χαρακτηριστικά και προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που γοητεύει τον κόσμο !  Σημειωτέον ότι κάθε φορά που πηγαίνω η αίθουσα είναι κατάμεστη. Κάνοντας έναν απολογισμό θα μπορούσα να επισημάνω :
1) Είναι επαρκής σ' αυτό που κάνει
2) Έχει χιούμορ
3) Μιλάει απλά κατανοητά
4) Της αρέσει αυτό που κάνει
5) Γνωρίζει την αξία αυτού που κάνει
6) Αγαπάει τους ανθρώπους
Και προφανώς αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του καλού δασκάλου.
Είναι δυνατόν να τραβάει κάποιος την προσοχή επί τρεις ώρες μιλώντας για ιστορικά θέματα όπως η επίθεση των Μογγόλων, Προτεσταντισμός, Ισαβέλλα και Φερδινάνδος,  Εβραϊσμός, Ερρίκος ο Η, Ζωροαστρισμός, Καθολικισμός ; Ναι είναι δυνατόν αν γνωρίζει πως να τα συνδέσει με τη σημερινή εποχή και αν μπορεί να καταλάβει την ουσία όλων αυτών.
Μάθαμε τόσα πράγματα κοντά της. Και το ζωντανό μάθημα χωρίς ούτε καν βοηθητικά μέσα (power point) παρά μόνο έναν ξερό χάρτη και ένα lazer, είναι πολύ πιο αποδοτικό από το σκέτο διάβασμα διότι κάποιος έχει ακουστικές εντυπώσεις, συνδέει τη γνώση με άλλες εμπειρίες, όπως περιστατικά στο μάθημα, είναι ομαδική διεργασία και συνεπώς ο ένας επηρεάζει τον άλλον.
Έτσι πρόχειρα θα μπορούσα να θυμηθώ μερικές σκόρπιες γνώσεις : Υπάρχουν 30000 αιρέσεις  χριστιανικές. Ο Προτεσταντισμός είναι βασικά αντιπαπισμός.και επεκτάθηκε λόγω της ανακάλυψης της Αμερικής. Επί 200 χρόνια πίστευαν ότι η Αμερική είναι η Ινδία. Μέχρι το 1200 η Κωνσταντινούπολη ήταν το κέντρο του πολιτισμού του μέχρι τότε γνωστού κόσμου. Οι Εβραίοι το 48 κήρυξαν επίσημη γλώσσα τους την αρχαία Εβραϊκή. Πολλές διαμάχες μεταξύ Εβραίων Παλαιστινίων στην Ιερουσαλήμ έχουν ξεκινήσει διότι η Ιερουσαλήμ είναι και Μουσουλμανική ιερή πόλη και μάλιστα υπάρχει κοντά στο ναό του Σολομώντα το τέμενος Αλ Ακσά.
Με κίνδυνο να συγκριθώ με την αξιοσέβαστη αυτή δασκάλα και γω σαν δάσκαλος μιλώντας θα μπορούσα να πω ότι η κυρία Ευθυμίου δίνει καινούργια αξία στην έννοια του μαθήματος αλλά και της ίδιας της μάθησης γενικότερα....
Πρέπει οπωσδήποτε  να ευχαριστήσω την  blogger Road artist που πρότεινε τα μαθήματα πριν από πολύ καιρό και έτσι μας προετοίμασε ώστε τελικά να συμμετάσχουμε στη φετινή παρακολούθηση.





Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Ημερολόγιο



1) Πηγαίνω στη δουλειά χαμογελαστός κι ορεξάτος και βλέπω τους συναδέλφους να σκάνε στα γέλια. Κοιτάζω τον εαυτό μου και βλέπω ότι έχω ξεχάσει να φορέσω τα ρούχα μου. Φοράω μόνο ένα σλιπ....

2) Το πρωΐ συναντιέμαι με τον Μενέλαο ένα συνάδελφο απ' τη δουλειά. Λέω τι κάνεις ? Μου λέει καλά...Από μέσα μου λέω πως έγινε έτσι ο Μενέλαος, γέρασε σε μια μέρα ?
Ρε Μενέλαε λέω συμβαίνει κάτι ? Έπαθες κάτι ? Όχι μου λέει όλα μια χαρά. Αλλά εσύ τι θέλεις εδώ ? Δεν έχεις παραιτηθεί εδώ και δέκα χρόνια ? Ρε του λέω χθες δεν είμασταν μαζί ? Τι τσαμπουνάς ?

3) Είμαι σε μια ομάδα που τρώει συνέχεια γκολ. Ο κόσμος ζητωκραυγάζει και χλευάζει. Η αποτυχία μου τους δίνει μια άγρια χαρά. Τρώω κλωτσιές και δυνατές καρπαζιές. Μ' έχουν γδύσει και με ρεζιλεύουν. Με γιουχάρουν, μ' έχουν βάλει κάτω και με πατάνε.

4) Κάποιος νομίζει ότι αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί πιόνι σ' ένα παιχνίδι. Ατυχία ! Φωνάζει όταν πέφτει κάτω ενώ είναι καθαρά ενορχηστρωμένο σχέδιο η πτώση του, τόσο ανεπαίσθητα όμως και σε χρονική φάση ανύποπτη που να μοιάζει καθαρό ατύχημα..Οι αυθόρμητες και λυτρωτικές διαφυγές του μέσα στο παιχνίδι είναι κι αυτές έτσι που να νομίζει ότι τα έχει καταφέρει μετά από γιγαντιαία προσπάθεια !
Ακόμη και η ίδια η σκέψη του, οι αντιδράσεις και τα συναισθήματά του έχουν προβλεφθεί και αναλυθεί συστηματικά με δυνατότητα 100000 κινήσεων και αποφάσεων πριν την τελική, έτσι που τίποτε δεν εκπλήσσει...Η ζωή του μοιάζει τόσο κλισέ και αναμενόμενη που είτε πεθάνει τώρα είτε σε τριάντα χρόνια τίποτε δεν αλλάζει. Οι ίδιες καθημερινές κινήσεις, οι ίδιες αντιδράσεις,συνεχώς κάθε μέρα, κυκλικά σαν μαγκανοπήγαδο....
Όμως μια μέρα ξυπνάει περίεργα, αρχίζει κι αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι είναι αιχμάλωτος του ίδιου του του εαυτού...


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Το κυνήγι του σκαντζόχοιρου





Είναι τώρα τρεις μέρες που δεν έχω δει άνθρωπο ! Δεν βγαίνω καθόλου έξω, τρώω κάτι κονσέρβες και λαχανικά απ' το ψυγείο. Ωραία περνάω μέσα στο σπίτι ! Κάθομαι διαβάζω, γράφω και ζωγραφίζω. Κοιτάζω τα πουλιά και τα σύννεφα, αφουγκράζομαι τους ήχους, το βράδυ ρεμβάζω μπροστά στο πανόραμα των άστρων. 
Όμως σήμερα δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Δίνω βάση στην ανθρώπινη φασαρία έξω. Ανοίγω το παράθυρό μου και κοιτάζω να δω κανέναν άνθρωπο. Μόλις τον βλέπω από μακριά, σκύβω το κεφάλι και κάνω ότι κοιτάζω αλλού....Μου μπαίνει η ιδέα ότι με κοιτάζει. Κλείνω το παράθυρο και μπαίνω μέσα.
Είναι απογευματάκι και όλος ο κόσμος μαζεύεται στην κοντινή πλατεία.Πίνει καφέ, ουζάκι, κουβεντιάζει, κάνει πλάκα, φωνάζει ο ένας στον άλλον, χαίρεται τη ζωή του. 
Εγώ δεν έχω καμιά συνάφεια μ' αυτούς τους ανθρώπους, κανένα πάρε δώσε ούτε και θέλω να μπω στη διαδικασία να επικοινωνήσω με όλους αυτούς. Άλλωστε με θεωρούν απόκοσμο και δεν ξέρουν με ποιο τρόπο να μου συμπεριφερθούν ! Γι αυτό όταν με βλέπουν τις περισσότερες φορές κάνουν το κορόϊδο....Συνήθως λοιπόν κάθομαι στη βεραντούλα μου προφυλαγμένος απ' τους χοντρούς τοίχους του σπιτιού και αναπολώ, σκέφτομαι ή ακούω μουσική. 
Σήμερα όμως δεν έχω κέφι για τίποτε ανάλογο. Δεν ξέρω τι θέλω. Έχω ανάγκη να βγω,όμως δεν το αποτολμώ. Μου φαίνεται εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. 
Στην καλύτερη περίπτωση θα κάτσω σε κάποιο καφενείο μόνος μου και θα ψάχνω κάποιο γνωστό ν' αρθρώσω μια κουβέντα. Ρε με θυμάσαι, είμαι ο τάδε, τι κάνεις ? Αυτός θα με κοιτάξει με το γνωστό ειρωνικό ύφος : Τι κάνεις καλά είσαι ? Και θα προσανατολιστεί κάπου όπου θα αισθάνεται πιο άνετα..Εγώ θα υποκρίνομαι τον αδιάφορο ενώ από μέσα μου θα βράζω. Έτσι η μοναξιά μου θα ενταθεί σε επικίνδυνο βαθμό. Στο τέλος θά' ρθει δίπλα μου να κάτσει κάποιος αποκλεισμένος απ' τη ζωή ή κάποιος μοναχικός γέροντας που δεν έχει που την κεφαλή κλείναι ! Και τότε δυστυχώς θα βλέπω σ' αυτόν τον εαυτό μου ή την προέκταση του εαυτού μου...
Στη χειρότερη περίπτωση θα κάτσω μόνος και θα κοιτάζω τους άλλους σαν χoλερικός. Οι άλλοι θα ρίχνουν από μακριά κλεφτές ματιές και θα συλλογίζονται χαιρέκακα : Ας τον τον κερατά μόνο του που μας κάνει τον καμπόσο ! Ας τον εκεί να τιμωρηθεί !
Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν τους κανόνες τους : Για να σου δώσει κάποιος σημασία, πρέπει να του μοιάζεις, νά' χετε κάτι κοινό  στον τρόπο συμπεριφοράς. Πρέπει να υπάρχει ένας κοινός κώδικας. Και μη λεκτικός πολλές φορές. Ένα κλείσιμο του ματιού, μια χειρονομία, μια έκφραση. Πρέπει επίσης σ' αυτό το αλισβερίσι να είσαι συνεπής, σωστός. 
Αν ο άλλος παρατηρήσει ανακολουθίες  τότε δικαιολογημένα «κόβει λάσπη» και πηγαίνει αλλού...
Γι αυτό κάθομαι μέσα ήσυχος σαν φυλακισμένος. Όμως σήμερα κάτι δεν πάει καλά. Έχω μια ανησυχία. Η βουή της πλατείας μ' ενοχλεί. Θέλω να βγω λίγο έξω αλλά διστάζω...Προσποιούμαι ότι έχω ξεχαστεί και παρακολουθώ μια σαύρα που έχει σκαρφαλώσει στο ταβάνι και περπατάει ανάποδα χωρίς να πέφτει ! Πως το κάνει ? Μήπως έχει καταργήσει τη βαρύτητα ?
Γυρίζω πίσω και βλέπω ξαφνικά τρεις χωριανούς να με κοιτάζουν βλοσυρά....
-Εσύ τι κάνεις εδώ ?
-Γιατί δεν βγαίνεις έξω ?
-Σου έχουμε κάνει κάτι ?
Κλείνω τα μάτια μου και χάνονται ! Δεν ξέρω αν είναι η φαντασία μου... Ξαναεμφανίζονται.
-Κοίταξέ τον ύφος που έχει ....
-Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε ?
-Γιατί δεν θες να μας δεις αφού είσαι καλό παιδί και ξέρουμε ότι μας αγαπάς ...
-Έλα έξω δεν πρόκειται να σ'ενοχλήσουμε !
-Έχεις να κρύψεις κάτι ?(Λέει ο ένας πονηρά)
-Πως τα καταφέρνεις και κάθεσαι μονάχος ?
-Έλα να πιεις ένα κρασί 
-Βγες έξω, θα τρελαθείς εδώ μέσα !
-Άσε τα βιβλία, τα βιβλία δεν σε βοηθάνε, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι και στο τέλος τα χάνεις....
-Ζεις στο δικό σου κόσμο ! Βγες έξω να δεις τη ζωή ! Τη πραγματική ζωή ! Τα προβλήματα της καθημερινότητας : Πως θα ασχοληθείς με πρακτικά πράγματα, να επιδιορθώσεις μια πόρτα, ένα πόμολο, μια ηλεκτρική συσκευή, εδώ μέσα είσαι άχρηστος...
Ένας απ' αυτούς αλλάζει σιγά-σιγά μορφή και το πρόσωπό του αρχίζει να μοιάζει με το δικό μου...
-Αφήστε τον σε μένα παιδιά ! Έλα εδώ σε μένα φιλαράκο !
Εγώ σε ξέρω καλά δεν μου ξεφεύγεις.... Δεν μου λες ξέρεις κάτι για τη γίδα του Διονύση ?
Ακούγεται ότι δήθεν αγαπάς τα ζώα και κόβεις τα σχοινιά και τ' απελευθερώνεις. Είναι αλήθεια ?

Αποφασίζω να βγω μια βόλτα μόνος μου. Θα περπατήσω λίγο για ν' αλλάξω παραστάσεις. Τι ωραία που είναι ! Ο ήλιος, η θάλασσα, τα πουλιά, πιο κει ένα άλογο, τα δέντρα, οι πέτρες, τ' αγέρωχα βουνά, τα σύννεφα ....Μυρίζει θυμάρι. Όμως κι αν όλ' αυτά σου δίνουν την αίσθηση της ελευθερίας, όταν σκέφτομαι τον κόσμο του χωριού με πιάνει μια ασφυξία, ένα σφίξιμο.
Όμως αυτός που έρχεται ποιος είναι ?
-Γεια σου κύριε Μήτσο !
-Γεια σου, βολτούλα ? (Βαριεστημένο μειδίαμα)
Συνεχίζω..Βαδίζω αργά και παρατηρώ τριγύρω.
Ξαφνικά στη μέση του δρόμου βλέπω μια τρύπα. Σταματώ και προσπαθώ ν' αντιληφθώ το μέγεθος του κινδύνου. Δεν μπορώ ακριβώς να κρίνω πόσο μεγάλη είναι. Είναι αρκετά μεγάλη για να πέσει η ρόδα ενός αμαξιού ή περνάει από πάνω χωρίς καμία επίπτωση ?
Κάνω να φύγω αλλά δεν μπορώ να φύγω άπρακτος. Αυτό που βλέπω με ανησυχεί ιδιαίτερα. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω κάτι για να προφυλάξω τους διερχόμενους οδηγούς. Μα τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτό ? Είναι η δουλειά μου ν' ασχολούμαι ? Όχι. ¨Οποιος με δει να καταγίνομαι με τέτοια πράγματα θα με χαρακτηρίσει επιοικως περίεργο.
Όμως εμένα δεν με νοιάζει ! Μια υπερφυσική δύναμη με σπρώχνει κοντά στη τρύπα. Πρέπει να κάνω κάτι. Να δείξω ότι δεν είμαι αδιάφορος αλλά νοιάζομαι για τους ανθρώπους. Έχει χαθεί το φιλότιμο απ' όλο τον κόσμο. Κανείς δεν δίνει διάρα για τους συνανθρώπους του. Εγώ δεν είμαι έτσι. Είμαι διαφορετικός.
Μαζεύω με τις χούφτες μου χώμα και προσπαθώ να γεμίσω τη λακκούβα.Αλλά είναι μάταιο. Ρίχνω και ξαναρίχνω χώμα μα δεν γίνεται τίποτα. Η τρύπα δεν γεμιζει με τίποτα. Ρίχνω και κάποιες πέτρες με ξύλα. Έχω ιδρώσει απ' την αγωνία μου. Τελικά βρίσκω τη λύση να βάλω κάποια ξύλα που να εξέχουν απ' την τρύπα ώστε να φαίνονται από μακριά και να στρίβει έγκαιρα ο οδηγός.
Ανησυχώ για το αποτέλεσμα του δημιουργήματός μου. Ένα αμάξι καθώς πέρασε από πάνω  έσπασε
τα ξύλα. Ο οδηγός άκουσε ένα θόρυβο, φοβήθηκε ότι έγινε ζημιά και πάρκαρε στο πλάϊ για να ζητήσει εξηγήσεις. Μονολογούσε κι έβριζε....Με βλέπει δίπλα στο δρόμο κι αντιλαμβάνεται ότι έχω σχέση με το περιστατικό. Πλησιάζει και τον αναγνωρίζω. Είναι ο κυρ Βαγγέλης. Είναι τεράστιος, έχει μεγάλες πλάτες και χέρια. Βαριά φωνή.
Πλησιάζοντας άρχισε να ηρεμεί κάπως. Κοίταξε την τρύπα δίπλα μου και προσπάθησε να βγάλει άκρη...Γιατί δεν ειδοποιείς το δήμο ? Μου λέει.
-Μπα δεν βγαίνει τίποτε. Ως που νά'ρθει...
Με πιάνει με τη χερούκλα του απ' τον ώμο και μου λέει : Φίλε μου μην ασχολείσαι με τέτοια πράγματα,θα μπλέξεις χειρότερα. Και φεύγει....
Εγώ έχω κολλήσει με το θέμα. Ξέρω ότι δεν βρήκα κατάλληλη λύση, αλλά προσωρινή και καλά θα ήταν να κάτσω να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να κάνω...
Περπατώντας προς τα κάτω, βλέπω κάτι που μ' ανησυχεί περισσότερο. Κι άλλες τρύπες παρακάτω πολλές. Πρέπει να κάνω κάτι. Να παρέμβω. Δεν αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Πρέπει εγώ....έχω προσωπική ευθύνη....δεν είμαι άχρηστος...
Αποφασίζω να φύγω. Καθώς απομακρύνομαι δεν μπορώ να ησυχάσω. Θέλω να γυρίσω να προλάβω το κακό που είναι σίγουρο ότι θα γίνει !Θα ήθελα όλη νύχτα και όλη μέρα να κάτσω εκεί στο δρόμο και να προειδοποιώ τους οδηγούς για τον κίνδυνο που διατρέχουν. Να σηκώνω τα χέρια ψηλά και να τους ειδοποιώ να κόβουν ταχύτητα.
Γυρίζω στο σπίτι ζαλισμένος και νευριασμένος. Το μυαλό μου έχει κολλήσει στην τρύπα και έχω εφιάλτες. Βλέπω χιλιάδες τρύπες και μέσα σ' αυτές πέφτουν αυτοκίνητα. Απ' τ' αυτοκίνητα βγαίνουν οδηγοί με σπασμένα πόδια, κομμένα χέρια, χτυπημένα κεφάλια,παντού δακτυλιές από αίματα. Μέσα στις τρύπες διακρίνω τα κεφάλια των χωριανών μου να γελάνε ειρωνικά και μετά να με κατηγορούν ότι εγώ φταίω για το κακό. Είμαι το εξιλαστήριο θύμα. Μάλιστα ο κυρ Βαγγέλης κατά πάσα πιθανότητα έχει διαδώσει σ' όλο το χωριό ότι εγώ έχω άμεση σχέση με τις λακκούβες. Ίσως μάλιστα εγώ τις δημιούργησα για να κάνω κακό στους χωριανούς.
Δεν αισθάνομαι καλά. Η μαύρη τρύπα μου έχει κολλήσει στο μυαλό και τη σκέφτομαι συνέχεια. Πάω να σκεφτώ κάτι άλλο, να κάνω κάτι άσχετο και διαρκώς επισημαίνει την παρουσία της. Συνέχεια, συνέχεια, εμμονικά μου τριβελίζει το μυαλό.Σιγά-σιγά η έμμονη ιδέα γίνεται πόνος στο κεφάλι και σφίξιμο. Καθώς η σκέψη απομακρύνεται λίγο, αφήνει πίσω  το αποτύπωμά της, ένα σφίξιμο στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού. Κάνω λίγο μασάζ στο σημείο αυτό αλλά τίποτα.
Με πήρε λίγο ο ύπνος. Με δυσκολία κοιμήθηκα δύο ώρες. Το υπόλοιπο της νύχτας στριφογύριζα στο κρεβάτι μου και ίδρωνα απ' το άγχος.
Σηκώθηκα αργά με άσχημη διάθεση, παραιτημένος και θυμωμένος με τον εαυτό μου. Έχω μια όψη κακόμοιρη κι έχω αποβάλλει επίτηδες όλη τη περηφάνια που συνήθως προβάλλω προς τα έξω. Δεν ξέρω τι  να κάνω, νομίζω ότι το καλύτερο είναι να έρθω σε επαφή με τους άλλους. Μόνος μου αποκλείεται να βρω λύση πάντως.
Στην πλατεία συναντάω τον Μίλτο που με καλεί να κάτσω δίπλα του, έναν μουστακαλή μάγκα  που έχει πιάσει στασίδι απ' το πρωΐ και πίνει μπύρες, ενώ προφανώς ζητάει παρέα και άλλοθι για να συνεχίσει να πίνει...Πείθομαι εύκολα μιας και η βούλησή μου έχει αποδυναμωθεί.
Αρχίζω να πίνω άκριτα. Θέλω να ξεχάσω αυτό που είμαι. Δεν τον γουστάρω τον εαυτό μου, θέλω να γίνω κάτι άλλο. Αρχίζω να συμπεριφέρομαι περίεργα. Οι άλλοι το καταλαβαίνουν. Γελάνε ειρωνικά Παραδίπλα σε μια παρέα-πήρε τ' αυτί μου- συζητάνε για μένα ότι έριχνα χώμα και ξύλα σε κάτι λακκούβες και έσπαγαν τα διαφορικά των διερχόμενων αυτοκινήτων Ένας άλλος με παρομοίασε με σκαντζόχοιρο.. Γελάνε ειρωνικά και σκουντάει ο ένας τον άλλον. Κάνω λίγο έτσι να χορέψω για πλάκα. Ένας μου βάζει τρικλοποδιά και πέφτω κάτω. Όλα γυρίζουν γύρω μου....
Σε λίγο σκάει μύτη στην πλατεία ένα σαραβαλιασμενο αμάξι και σταματάει. Βγαίνει ένας τύπος άγνωστος που τρεκλίζει σα να έχει χτυπήσει.« Έπεσα σε κάτι λακκούβες εδώ πιο πάνω στο δρόμο» εξηγεί. «Τι μου λες σοβαρά ; Απίστευτο» απαντούν με υποκρισία οι χωριανοί σα να μην ξέρουν τίποτα...
Εγώ νιώθω μια αγαλλίαση να διαπερνά τα σπλάχνα μου ! Ο πόνος στο κεφάλι εξαφανίστηκε και νιώθω δικαιωμένος....Θα σας δείξω εγώ λέω. Κάτι σαν αγκάθια φανήκαν γύρω απ' το σώμα μου....


Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Γατοποντίκι





Παρατηρώ πως ένα γατάκι κουβαλώντας ένστικτα και εξελικτικούς κανόνες αιώνων, προσποιείται ότι κυνηγάει ένα ποντίκι : Βλέπει κάποιο αντικείμενο που κινείται περίεργα και φαντάζεται ότι είναι ζωντανό, παίζει μαζί του, το γρατζουνάει, το σπρώχνει, το κλωτσάει και μετά το αρπάζει με το στόμα του. Το αφήνει λίγο και ξαφνικά γυρίζει απότομα και το αρπάζει. Σα να είναι ποντίκι. Έτσι μοιάζει όλη αυτή η διαδικασία να είναι πρόβα κυνηγιού, προετοιμασία για την πραγματική ζωή...
Παίζει μ' ένα αντικείμενο που φαντάζεται ότι είναι ζωντανό.
Το αφήνει λίγο δήθεν και κατόπιν του επιτίθεται.
Η μεγαλύτερη γάτα πάλι που έχει στην κυριαρχία της κάποιο πραγματικό ποντίκι συμπεριφέρεται με τον ίδιο πανομοιότυπο τρόπο. Μοιάζει δηλαδή κι αυτή να φαντάζεται ότι το πραγματικό ποντίκι δεν είναι  κάτι ζωντανό, αλλά απλά είναι αντικείμενο για τροφή. Γι αυτό και τελικά το τρώει αφού για λίγο ή πολύ ταλαντεύεται ανάμεσα στην εικόνα του αντικείμενου τροφής και του ζωντανού πλάσματος που τρέχει απεγνωσμένα να γλυτώσει τη ζωή του.
Τελικά δεν ξέρεις αν το γατάκι μιμείται τη γάτα ή το αντίστροφο.
Φαίνεται ότι η γάτα για λίγο συναισθάνεται τον πανικό και το πάθος για επιβίωση του ποντικιού. Και ίσως ίσως του δίνει μια ευκαιρία να ζήσει απελευθερώνοντάς το προσωρινά !
Καθώς όμως το βλέπει ν' απομακρύνεται και μοιραία μ' αυτό τον τρόπο να χάνει τον μεζέ παύει να συναισθάνεται το θύμα και ξαναγίνεται το παλιό αρπακτικό που καθήκον έχει να ορμήξει και να το γραπώσει.
Αυτή η συμπεριφορά της γάτας μάλλον έλκει καταγωγή από πιο παλιά χρόνια όπου αυτή αισθανόταν θύμα κάποιου μεγαλύτερου ζώου που την κυνηγούσε !
Έτσι λοιπόν βλέπουμε τη γάτα να γίνεται πάλι παιδί και να παίζει ένα παιχνίδι αφού δεν μπορεί ν' αποφασίσει με το μυαλό της αν το ποντίκι είναι φαγητό ή ζωντανό πλάσμα που της μοιάζει.
Αυτή τη συμπεριφορά ας πούμε δεν την έχει απέναντι σ' ένα πουλί. Ίσως το ποντικάκι της θυμίζει γατάκι. Πολλοί άνθρωποι κρίνοντας τη συμπεριφορά αυτή της γάτας απέναντι στο ποντίκι μιλάνε για σαδισμό και διασκέδαση της γάτας με το φόβο και πόνο ενός άλλου ζώου.
Εύκολα και επιπόλαια συμπεράσματα.
Η γάτα παίζει όχι τόσο με το ποντίκι, όσο με την ιδέα που έχει στο κεφάλι της για την πραγματικότητα...Τι είναι αυτό που βλέπει απέναντί της ? Είναι τροφή, φαγητό, μια διέξοδος για την επιβίωσή της ή αναπαράσταση της ίδιας της της ζωής ?
Την ίδια στιγμή που κυνηγάει το ποντίκι κι  αποφασίζει για τη ζωή ή το θάνατο του αισθάνεται ότι κάποιος άλλος έχει αποφασίσει για τη ζωή ή το θάνατό της. Ο φόβος του ποντικιού είναι ο φόβος της , η αγωνία του η δική της αγωνία.
Το έχει βιώσει αυτό έντονα, γι αυτό όταν έρχεται να ζητιανέψει λίγο φαγάκι από μια νοικοκυρά γίνεται ένα μικρό αδύναμο ποντικάκι, συρρικνώνεται και κλαίει ......νιάουουουουου.......



Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...






Η παράλληλη θορυβώδης γειτονιά μπόλιαζε τη σχετικά ήσυχη δική μας με δόσεις έντασης, περιπέτειας  και πρόκλησης. Κατέστρεφε τη νιρβάνα μας. Κάποια στιγμή ερχόταν ο Βασίλης με μήνυμα από τους δίπλα να παίξουμε «μπαζ» !
Τι ήταν το μπαζ ? Μάλλον η λέξη προέρχεται από τη λέξη μπάζα, ο πατέρας μου το έλεγε «αμάδες»...
Κατ' αρχάς έπρεπε να βρούμε κομμάτια μάρμαρο και μάρμαρα υπήρχαν μπόλικα από τις γύρω οικοδομές. Στη χειρότερη περίπτωση φθάναμε μέχρι το νεκροταφείο, όπου υπήρχαν τεράστια κομμάτια !
Το επόμενο βήμα ήταν θορυβώδες και κοπιαστικό. Έπρεπε να σπάσουμε ένα κομμάτι μάρμαρο σε επί μέρους κομμάτια και αυτά να τα λειάνουμε γύρω-γύρω, τρίβοντάς τα στο πεζοδρόμια ή χτυπώντας τα με μια σκληρή πέτρα. Όσο πιο στρογγυλό κομμάτι είχες τόσο καλύτερος παίκτης ήσουν !
Αφού γινόταν λοιπόν αυτή η προετοιμασία μετά τα υπολείμματα απ' το αρχικό κομμάτι τα τοποθετούσαμε στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο κάθετα στο δρόμο. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα- ήσαν σπάνια- και καταλαμβάναμε ανενόχλητοι το δρόμο. Το πρώτο κομμάτι αριστερά- συνήθως το μεγαλύτερο- το ονομάζαμε μπαζ, το δεύτερο παράμπαζο, το τρίτο τρίμπαζο, τετράμπαζο κ.ο.κ.
Ο καθένας κρατούσε στο χέρι του ένα μάρμαρο και μια αρμαθιά κλασικά-μίκυ μάους.
Η λέξη κλασικά ή μίκυ μάους περιελάμβανε μια σειρά από εβδομαδιαία περιοδικά κόμιξ, όπως :
Ποπάϋ, Σεραφίνο, μίκυ μάους, Μπλεκ, Ζαγκόρ, Όμπραξ, κλασικά εικονογραφημένα.
Η διαδικασία του παιχνιδιού ήταν η εξής : Ξεκινώντας απ' τη σειρά των τοποθετημένων μαρμάρων έριχνε ο καθένας το μάρμαρό του όσο το δυνατόν μακρύτερα. Αυτός που έριχνε πιο μακριά είχε το δικαίωμα να ρίξει πρώτος προς τη σειρά των μπαζ ! Μετά ο πιο κοντινός και όμοια ο επόμενος...
Ο πρώτος λοιπόν στόχευε το μπαζ- το πρώτο δηλαδή- ή στη χειρότερη περίπτωση το παράμπαζο ή το τρίμπαζο.....Αν έριχνε με το μάρμαρό του το μπαζ έπαιρνε όλα τα περιοδικά που είχαν μπει στο στοίχημα, αν έριχνε το παράμπαζο όλα πλην από ένα, αυτού δηλαδή που θα το έριχνε πιο γρήγορα !
Πολλές φορές έμενε μόνο του το μπαζ και το έριχνε ο τελευταίος δηλ ο πιο κοντινός αφήνοντας αλώβητο το δικό του περιοδικό.
Κάποιος που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει έπαιζε κοντά δηλαδή τρίτος απ' το τέλος ή δεύτερος και είχε πολλές πιθανότητες να κερδίσει τουλάχιστον το δικό του, αν πετύχαινε από τόσο κοντινή απόσταση βέβαια τα εναπομείναντα μάρμαρα !
Όσο πιο μακριά βρισκόταν η θέση κάποιου, είχε μεν την ευκαιρία να παίξει πρώτος, όμως τόσο πιο δύσκολo ήταν να πετύχει μπαζ !
Το παιχνίδι το συνόδευαν κραυγές, φασαρία, μαλώματα, αποδοκιμασίες.
Συνήθως κέρδιζαν λίγοι, έχαναν οι πολλοί, οι κερδισμένοι έφευγαν με κρυφόγελα και οι χαμένοι έπεφταν σε απελπισία. Έτσι είναι τα τυχερά παιχνίδια.
Το ίδιο παιχνίδι παιζόταν και στα γιαλένια, χρωματιστοί, γυαλιστεροί βόλοι που τους εκτοξεύαμε  με τα δύο δάκτυλα : αντίχειρα και δείκτη.

Ας μείνουμε λίγο στα κόμιξ....
Ο πατέρας μου ήταν ένας μη σπουδαγμένος άνθρωπος, αλλά με σεβασμό για τη μόρφωση. Θεωρούσε την παιδεία μια χαμένη ευκαιρία για κείνον και αισθανόταν άσχημα που είχε καταφέρει -μέσα στον πόλεμο -να πάει μόνο στην πρώτη τάξη του γυμνασίου ! Παρ' όλ' αυτά υπερηφανευόταν διότι είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο- έναν κουμπαρά- σε διαγωνισμό έκθεσης με θέμα την αποταμίευση !
Διάβαζε τακτικά εφημερίδα, σπάνια όμως βιβλία. Τη βιβλιοθήκη μας κοσμούσαν βιβλία που είχε αναδείξει η αντικομμουνιστική προπαγάνδα της χούντας όπως : το «πιστεύω» του Παπαδόπουλου, «μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» (Σολτζενίτσιν), «το σιδηρούν παραπέτασμα», «οι εχθροί της πατρίδας» και άλλες τέτοιες αηδίες, τα οποία δεν διάβαζε ο ίδιος, όμως από φόβο και δειλία προς το καθεστώς είχε τοποθετήσει στην πρωτοκαθεδρία...
Πιο μικροί εμείς είχαμε τρέλα με τα πολεμικά. Ζωγραφίζαμε συνέχεια στρατιώτες, τανκ, αεροπλάνα.
Θαυμάζαμε τον Χίτλερ και την πολεμική του μηχανή. Αρχίσαμε τότε να αγοράζουμε σε τεύχη την ιστορία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου !
Παράλληλα διαβάζαμε και πολεμικά κόμιξ όπως : μάχη, δράση, πόλεμος, περιπέτεια....
Την περίοδο εκείνη λοιπόν είχε ο πατέρας μου κάποιο γνωστό βιβλιοπώλη στον Πειραιά και ψώνιζε βιβλία σε καλή τιμή.
Οι επιλογές ήταν μάλλον του βιβλιοπώλη ο οποίος εν μέσω χούντας τώρα κι ενώ ήξερε ότι διέτρεχε κίνδυνο, του πρότεινε βιβλία που αν μη τι άλλο έδειχναν ανοικτό μυαλό όπως : Αποχαιρετισμός στα όπλα (Εριχ Μαρία Ρεμάρκ), Για ποιον κτυπάει η καμπάνα (Χέμινγουέϊ), Η Παναγία των Παρισίων (Ουγκώ), Οι εργάτες της θάλασσας (Ουγκώ), Υιέ μου υιέ μου και για ξεκάρφωμα : Φον Κανάρης, Βυθίσατε το Βίσμαρκ, Μάτα Χάρυ, Τα ρομπότ του Χίτλερ που του άρεσαν πιο πολύ του αδελφού μου.
Επίσης ο πατέρας μου είχε φιλία με κάποιο γέρο βιβλιοπώλη στην περιοχή μας-τον κυρ Στέλιο- που είχε μεγάλη συλλογή κλασικών εικονογραφημένων. Ο καλός αυτός παππούς εκείνη τη δύσκολη οικονομικά περίοδο μας είχε δώσει το ελεύθερο να δανειζόμαστε όσα θέλουμε κλασικά εικονογραφημένα.
Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με τη λογοτεχνία. Έτσι γνωρίσαμε έργα όπως : Έγκλημα και τιμωρία,
Μιχαήλ Στρογκόφ, Η ανταρσία του Μπάουντι, Από τη γη στη Σελήνη, Ρήγας Φεραίος, Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας...
Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο απ' αυτόν για ένα παιδί ώστε να πλησιάσει την κλασική λογοτεχνία. Αν δεν υπήρχαν τα κόμιξ δεν θα ξημεροβραδιαζόμασταν αργότερα πάνω από χοντρά βιβλία του Ουγκώ...
Τι ίσχυε απ' τα δύο ? Ότι δεν αντέχαμε την καθημερινότητα και κλεινόμαστε στο σπίτι για να διαβάσουμε  ή ότι μας άρεσε τόσο πολύ η πνευματική ζωή ώστε δεν προλαβαίναμε να βγαίνουμε έξω ? Οπωσδήποτε κάτι ενδιάμεσο..
Και οι δυο είχαμε οξυμένη φαντασία. Διαβάζαμε κι έτρεχε το μυαλό μας. Δημιουργούσε συνειρμούς, έπλαθε ιστορίες, εικόνες, έκανε συλλογισμούς. Απ' τα πρώτα βιβλία που διάβασα πρέπει να ήταν του στυλ : Νέοι Ροβινσώνες, όπου μια οικογένεια ναυαγεί σ' ένα εξωτικό νησί και κει φτιάχνουν ένα σπίτι εκ των ενόντων. Υπάρχει διάχυτος ο κίνδυνος της ύπαρξης κάποιων ιθαγενών που ζουν εκεί κοντά.Ένα μυθιστόρημα που υμνεί την οικογένεια, τη δημιουργικότητα, το πνεύμα εξερεύνησης. Η αρχή είχε γίνει βέβαια με κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα σε κόμιξ και λογοτεχνία όπως ήταν ο Ταρζάν, μικρός κάου-μπόϋ, μικρός σερίφης,
Επίσης ο κυρ Στέλιος μας είχε χαρίσει τόμους της Διάπλασης των Παίδων με εκδότη τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ένα καταπληκτικό περιοδικό της περασμένης γενιάς βέβαια, με  πολύ υλικό μέσα, όπως ιστορία, εξωτικές περιπέτειες, σκίτσα και ποίηση.
Σ' όλ' αυτά τα διαβάσματα πρωταρχικό ρόλο έπαιζε ο αδελφός μου, που με καθοδηγούσε πνευματικά χωρίς να το θέλει πολλές φορές. Πρώτα αυτός διάβαζε κάτι και μου το πρότεινε !  Πολλές φορές μαλώναμε για το ποιος θα πρωτοδιαβάσει κάτι, συζητούσαμε ατέλειωτα για τις ιστορίες αυτές και νοιώθαμε την ίδια συγκίνηση !
Οι συναντήσεις τώρα με φίλους ήταν πιο αραιές. Συνοψούντο σε μακρινές εξορμήσεις με ποδήλατα και συγκεντρώσεις στο κουβούκλι της ταράτσας του Βασίλη για μονόπολη....


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...



          Όλοι οι γείτονες συγκεντρωμένοι κι αγαπημένοι γύρω στα 1963. Τέτοιες φωτογραφίες δεν πρόκειται να επαναληφθούν αργότερα...


Καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας περνούσαν γυρολόγοι, πραματευτάδες, μικροεπαγγελματίες, πλασιέ, δοσατζήδες, γύφτοι καρεκλάδες, μανάβηδες, ψαράδες, είδη προικός, περιφερόμενοι θίασοι όπως κλόουν, αρκουδιάρηδες.
- Παλιατζής, οοοοοοο Παλιατζής !
- Ασβεστάς, ασβέστικααααα !
- Μεγεθύνω φωτογραφίες.....
- Αμπία μπία, αμπία μπία
- 'Ελα Μαριώ κάνε τη Βουγιουκλάκη !
- Ο μανάβης, πεπόνια, καρπούζια έχω !
- Ο γανωματής.....

Όλοι αυτοί οι περιφερόμενοι έδιναν ζωή στη γειτονιά, έβγαιναν οι νοικοκυρές και κάθονταν με τις ώρες στο μανάβη, συζητούσαν, κουτσομπόλευαν, χασκογελούσαν. Δεν χρειάζονταν τηλεόραση τότε να κλειστούν μέσα, το θέαμα βρισκόταν έξω στο δρόμο ζωντανό ! Και η συνεύρεση εύκολη. Έπιανες κουβέντα με το τίποτα με οποιοδήποτε ξένο.Τη δεκαετιά του 60 γύρω φτωχικά σπιτάκια, ισόγεια τα περισσότερα με βεραντούλα και κήπο μπροστά. Ο δρόμος χωματόδρομος και αρκετά σπίτια δωματιάκια-δωματιάκια γύρω από μια κεντρική αυλή. Μερικά σπίτια είναι πλινθόκτιστα, αλλού παράγκες και υπάρχουν στην αυλή κότες, κατσίκια, κουνέλια. Θυμάμαι επίσης πηγάδια στις αυλές.
Βλέπω κάτι παλιές φωτογραφίες όπου οι γείτονες είναι όλοι μαζί παρέα και τρώνε. Δεν υπάρχουν ακόμη  τότε μιάσματα, περίεργοι, κακοί, ζηλόφθονοι παρά μόνο άνθρωποι που ήρθαν από μακριά, άλλος απ' τον Πόντο, άλλος απ' τη Μικρά Ασία, άλλος απ' τα νησιά, άλλος απ' την επαρχία και έχουν όνειρα να μεγαλώσουν παιδιά, να φτιάξουν σπίτια, έχουν σκοπό την πρόοδο και δυστυχώς τη κατανάλωση όλο και περισσότερων προϊόντων....Ακόμη είναι απλοί, δίνει ο ένας ότι έχει και στον άλλον, αργότερα όμως μετά το 70 θα πέσει σαν κατάρα πάνω τους η ζήλια. Πως αυτός πήρε αμάξι ? Να πάρεις κι εσύ. Πως έφτιαξε αυτός διώροφο ? Να φτιάξεις κι εσύ, Κι ενώ όλοι ήταν μονοιασμένοι, μιλούσαν κι έκαναν παρέα, παραθέριζαν στο ίδιο μέρος, έτρεχαν ο ένας στο σπίτι του άλλου για το παραμικρό, ξαφνικά μ' ένα μπαμ, όλοι κλείστηκαν στο «καβούκι» τους, δεν έλεγαν καλημέρα, κοιτούσαν με κακία, γίνονταν ομηρικοί καβγάδες για μια σπιθαμή γης, γιατί μου πήρες τον τοίχο μου, γιατί μου έκλεψες οικόπεδο, θα φωνάξω την πολεοδομία και άλλα τέτοια. Τότε έβλεπες ανθρώπους στριμωγμένους στα μπαλκόνια να κάθονται και να παρατηρούν τους υπόλοιπους χωρίς να τολμούν όπως πρώτα να κατέβουν στο δρόμο, παρά μόνο όταν επρόκειτο για καβγά ! Τα παιδιά σιγά σιγά μάθαιναν κι αυτά σ' αυτό τον τρόπο ζωής, δηλαδή της απομόνωσης και αργότερα όταν πια μετά το 80 άρχισαν να σκάνε μύτη οι πρώτες πολυκατοικίες, ήταν πια έτοιμα να συνηθίσουν τον καινούργιο «πολιτισμένο» τρόπο ζωής όπου ο ένας πάνω στον άλλον  μαζεύονται, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, με έτοιμα πάρκιν γι αυτοκίνητα και μπαλκόνια για παιδότοπους. Το παλιό ενδιαφέρον έγινε σιγά-σιγά φόβος και ο φόβος έγινε παντελής αδιαφορία.

O  Γιώργος ο κλέφτης...
Ήταν το μίασμα της γειτονιάς. Δεν ήταν μόνιμος κάτοικος αλλά παροδικός ενοικιαστής κάποιου σπιτιού. Το έγκλημα του ήταν ότι είχε υποπέσει κάποτε στο «αμάρτημα» της κλοπής και μάλιστα είχε συλληφθεί απ' την αστυνομία. Ξέρετε πως ήταν τότε. Μαζεύονται οι αστυνομικοί με ύφος αλαζονικό σαν να έχουν συλλάβει το Ντον Κορλεόνε, κουτσομπόλες απ' έξω, σούσουρο κι ο εγκληματίας με σκυμμένο κεφάλι απαρηγόρητος....
Αφ' ότου είχε ξεμπλέξει με την αστυνομία, δούλευε σαν «κοράκι» στο νεκροταφείο- άλλη ταπεινωτική εργασία κι αυτή- όμως του είχε μείνει το προσωνύμιο και η ρετσινιά. Όλοι ήξεραν ότι είναι κλέφτης. Ο Γιώργος ο κλέφτης !
Δεν μπορώ να στοιχειοθετήσω στο μυαλό μου τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Θυμάμαι ότι αν  και μικρός είχε χρυσά δόντια και ήταν κουρεμένος γουλί. Ήταν επίσης πολύ σοβαρός και κάπνιζε, παράξενα ώριμος για την ηλικία του, μίλαγε σαν μεγάλος. Μιλούσε για τη ζωή με ύφος και πόζα σα να την είχε φάει με το κουτάλι...Μια φορά θυμάμαι είχε φάει εφτά λουκούμια στη σειρά ! Τα έπαιρνε ένα ένα από το μπακάλικο της κυρά Παρθένας και τα έτρωγε επιδεικτικά. Εμείς τον κοιτάζαμε με δέος...

Ο Στάθης ο χοντρός ο γιος της καφετζούς....
Χοντρός και πελώριος τον θυμάμαι να φοράει μια φόρμα στενή με κοντά μπατζάκια. Ορφανός από πατέρα ήταν ο γιος της κυρα Στέλλας της καφετζούς. Μεγάλωνε με τη μάνα και τη γιαγιά του σ' ένα σπιτάκι από κείνα τα προσφυγικά με την κοινή αυλή.
Η μητέρα του ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος σε πούλαγε και σ' αγόραζε μόνο που σ' έκοβε, εξασκούσε το «επάγγελμα» της «καφετζούς» για αρκετά χρόνια, το οποίο κατά πως φαίνεται ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο, αφού ο κόσμος μιλούσε για ιδιόκτητο ταξί, εξοχικό στον Ασπρόπυργο και άλλα.
¨Ηταν η ψυχολόγος της εποχής. Σε κοίταζε βαθιά στα μάτια και καταλάβαινε αμέσως τι σε απασχολούσε. Οι απαντήσεις της ήταν επιβοηθητικές της κατάστασής σου. Είχε μια (επίπλαστη ?) κλίση προς τη θρησκεία την οποία δεν την έβλεπε ανταγωνιστικά, αλλά αντίθετα σαν κάτι που ευνοούσε την προσκόλληση στη μεταφυσική, που επίσης αύξανε την πελατεία της.
Ήταν η Στέλλα με τ' όνομα, διάσημη στην περιοχή για τη διορατικότητα και την μαντική τέχνη της.
Βλέπαμε κάθε μέρα να παρελαύνουν στο δρόμο κυρίες καλοντυμένες, με κόμμωση και κοσμήματα και να κατευθύνονται προς το φτωχό σπιτάκι.
Ο Στάθης είχε ξεφύγει...
Η μάνα του -από κοντά- έκανε μύρια όσα για να τον κρατάει σε μια στοιχειώδη ισορροπία αλλά δυστυχώς...
Ότι πιο εξωφρενικό το έβλεπες και το άκουγες απ' αυτόν.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές επιδείξεις του ήταν όταν έπινε νερό από χωμάτινες νερολακκούβες !
Μια άλλη περιελάμβανε ένα αργόσυρτο ρέψιμο μακράς διάρκειας που συνοδευόταν από δικές μας αποδοκιμασίες αηδίας....
Φαινόταν καλοκάγαθος στην αρχή αλλά δεν αργούσες να καταλάβεις ότι υπήρχε πρόβλημα....Ήξερε τα πάντα για αυτοκίνητα, για οδηγούς αγώνων και στο ποδόσφαιρο του άρεσε να παίζει τέρμα. Ήταν καλός τερματοφύλακας με τα μπλονζόν και τις αποκρούσεις του ! Γυρνούσε και σε άλλες γειτονιές κι έφερνε  έναν αέρα κοσμοπολιτισμού σε μας που αραιά και που τολμούσαμε να ξεμυτίσουμε μακριά απ' την περιοχή του σπιτιού μας.
Ήταν πιο κοντά στην παράλληλη γειτονιά απ' τη δική μας όπου κει μεγάλωναν τα παιδιά ενός κατώτερου θεού ! Παιδιά εργατών και μικροπωλητών μεγάλωναν μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια. Παράταγαν το σχολείο από νωρίς και έκαναν διάφορες δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσουν - αφού οικογενειακό χαρτζιλίκι δεν φαινόταν στον ορίζοντα- μη εξαιρουμένων και παράνομων.
Τρελαίνονταν για μηχανάκια: σίμσον και ζούνταπ τα οποία κατείχαν απ' έξω και ανακατωτά. Έκαναν σούζες, κωλιές, σπινιαρίσματα, ότι μπορείς να φανταστείς σ' επικίνδυνη οδήγηση !
Προκαλούσαν, κορόϊδευαν, έβριζαν άσχημα, αλλά είχαν πολύ σπουδαίο κώδικα ηθικής και φιλίας.
Στα κορίτσια, αλλά και στις πιο μεγάλες, κόλλαγαν άσχημα, ιδίως το βράδυ τους έλεγαν βωμολοχίες του στυλ ....άρα μου, .....ιόλα μου  και πολλάκις τους έβαζαν χέρι εν ψυχρώ....
Αλλά και μέρα μεσημέρι αν έβλεπαν καμιά τσαπερδόνα δεν την άφηναν ν' αγιάσει....Την έπαιρναν από κοντά και τη ψήνανε δήθεν ! Τι έβγαινε απ' το στόμα τους ....Κολλητήρια κανονικά.
Το βράδυ δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει γυναίκα από κείνη τη γειτονιά..
Αλλά και η ομοφυλοφιλία δεν πήγαινε πίσω εκείνο τον καιρό. Ειδικά όταν έβλεπαν κάποιο απροστάτευτο που δεν λειτουργούσε τέλεια, έπεφταν πάνω του σαν γύπες....
Θυμάμαι λοιπόν μια σκηνή όπου ένας τύπος από κείνη τη γειτονιά , είχε πάρει από πίσω το Στάθη μέχρι το σπίτι του και του κολλούσε φορτικά ! Έλα ρε πάμε να σε....Μέχρι που τον πήρε είδηση η γιαγιά του Στάθη και τον έδιωξε με απειλές και ουρλιαχτά : Φύγε βρε, φύγε βρε θα φωνάξω την αστυνομία ! Αυτός όμως δεν έλεγε να ξεκολλήσει και μάλιστα για να προσελκύσει το υποψήφιο θύμα του, του πετούσε στα πόδια ένα δίφραγκο ! Εμείς κοιτάγαμε από κοντά σαν χαμένα...
Υπήρχε διάχυτη μια μυθολογία για διάφορα  μέρη της περιοχής, όπως του Δράκου το ερείπιο, που μας γοήτευαν να εξερευνούμε και που σκυλοβρομούσαν από ψοφίμια και σκουπίδια. Αυτά λοιπόν θεωρούνταν «ερωτικές φωλιές» το βράδυ και υπήρχε φήμη για όργια που γίνονταν εκεί μέσα. Η παιδική φαντασία λοιπόν δεν ήθελε και πολύ ! Ξεκινούσε από υπολείμματα προφυλακτικών και έπλαθε τερατώδεις ιστορίες διεστραμμένου σεξ...
Η κυρά Στέλλα λοιπόν όπως είπαμε ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα αν και αγράμματη, μόλις ο γιος της τέλειωσε με το στανιό το δημοτικό, για να μην κάθεται και αλητεύει, τον έχωσε βοηθό σε κάποιο συνεργείο αυτοκινήτων ! Αργότερα με την ίδια λογική τον πάντρεψε νωρίς-νωρίς μήπως καταφέρει και βοηθήσει κάπως την κατάσταση !
Ο Στάθης ήταν πολύ ενθουσιασμένος με το καινούργιο του επάγγελμα. Όλο για το επιδέξιο αφεντικό του μιλούσε και για τις κατακτήσεις του στο γυναικείο πληθυσμό ! Τότε τα πιο ραλίστικα αμάξια ήταν κάτι NSU. Όλο γύρω απ' αυτά περιστρέφονταν οι κουβέντες του  και πείραζε τα κορίτσια με «εξυπνάδες» διανθισμένες με λέξεις από τη δουλειά του: Θα σου αλλάξω το γκρόβερ ! Ω ρε ένα συσπασιόν ! Μου'φυγε η μπιέλα ! Και άλλα τέτοια...

Οι ψαράδες τ' ουρανού
'Ενα πολύ  διαδεδομένο χόμπυ που έχουν αυτά τα «κακά» παιδιά είναι η διατήρηση περιστεριών !
Σε κάποιες ταράτσες έχουν φτιάξει κουβούκλια συρματοπλεγμένα, κι εκεί μέσα διατρέφουν περιστέρια. Κάθε απόγευμα τα αμολάνε έξω απ' το κλουβί κι αυτά πετάνε ψηλά- χωρίς ν' απομακρύνονται ιδιαίτερα - και κάνουν κύκλους συγκεντρωμένα σε σμήνη...
Το γοητευτικό της απασχόλησης είναι ότι την ίδια ώρα απελευθερώνονται πολλές ομάδες περιστεριών στον ουρανό και τότε ξεκινάει ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι όπου ο κάθε παίκτης : καλείται ν' αναγνωρίσει τα περιστέρια του, με σφυρίγματα και κινήσεις των χεριών να τα καθοδηγήσει, αν είναι δυνατόν να καταφέρει να αποσπάσει από άλλη ομάδα κάποια περιστέρια και να τα κάνει δικά του.
Στο τέλος αυτού του «παιχνιδιού» γίνονται αγοραπωλησίες των «κλεμμένων» περιστεριών. Όπως ο ψαράς αγναντεύει τη θάλασσα και στην ουσία αναζητάει πρόσχημα το νόστιμο ψάρι για να βρίσκεται κοντά στο γαλάζιο στοιχείο έτσι κι ο περιστεράς αναζητάει πρόσχημα -την καταδίωξη των ξένων περιστεριών- για ν' αγναντεύει τον ουρανό για ν' ακολουθάει φανταστικά τα περιστέρια στο πέταγμά τους, για να σφυρίζει και να φωνάζει στο υπερπέραν, να συνομιλεί με το φεγγάρι και τ' αστέρια, να στέλνει μηνύματα στον ήλιο. Πως και με τι τρόπο ο λαϊκός άνθρωπος κάνει ποίηση με την ίδια του τη ζωή !
Ο Μπόρας, ο Γωγάκης, ο Κοκώνης, ο Μητρούσιας, ο Σταύρος, ο Καρβούνης γεννήθηκαν φτωχοί. Οι μάνες τους παραδουλεύτρες, οι πατεράδες τους οικοδόμοι, εργάτες, μανάβηδες. Τίποτε δεν τους χαρίστηκε στη ζωή, από τότε που κατάλαβαν τον εαυτό τους έπρεπε να κάνουν οτιδήποτε για να επιβιώσουν : Θελήματα, ακόμα και μικροκλεψιές, δουλειές του ποδαριού. Τα γράμματα τα κοροϊδεύουν, τα υποτιμούν...Είναι μανιακοί με την ελευθερία, το παιχνίδι, τα κορίτσια, τους καβγάδες, τα μηχανάκια, τις αλητείες. Γι αυτούς η ζωή είναι μια περιπέτεια, γι αυτό την αρπάνε απ' τα μαλλιά και την ξεζουμίζουν. Μερικοί σκοτώνονται με μηχανάκι, άλλοι πέφτουν στην παρανομία, στην καλύτερη περίπτωση βρίσκουν μια δουλειά σ' εργοστάσιο ή σε μια βιοτεχνία.
Αρκετοί απ' αυτούς συμμορφώνονται, κουράζονται απ' τις ασωτίες και τα ντράβαλα κι αποστάζουν στην αγκαλιά κάποιας κοπέλας που βρίσκει το κουμπί τους και τους δείχνει τις ομορφιές της νοικοκυρεμένης ζωής : παιδάκια, ένα πιάτο φαΐ, η οικογένεια γύρω απ' το τραπέζι. Οι περισσότεροι όμως θυμούνται εκείνη τη ζωή την αδέσποτη, την επιπόλαιη. Και παραμένουν εκεί, στο περιθώριο.
Ο Μήτσος το χαμένο κορμί λένε ! Ούτε παιδιά, ούτε γυναίκα, κάνει που και που κάνα μεροκάματο, στα καφενεία κοπροσκυλιάζει και στα καπηλειά. Γυρίζει τα βράδια σε μια τρώγλη μεθυσμένος και λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, νοσταλγεί έναν ήλιο, τη ζωή στο δρόμο, τις χαρές, τα γέλια...
Θυμάμαι ένα σφαιριστήριο κοντά στο γ' νεκροταφείο. Βρώμικο, ύποπτο, κακόφημο. Ο Κατάγιας ήταν ένας σγουρομάλλης με καμπάνες που έπαιζε μπιλιάρδο με στοιχήματα. Τι φάλτσα, τι μπουλέδες, τι  σπόντες, γλυψίματα. Ο Μποζατζής παλιός μου συμμαθητής μεγάλη αλήτρα έπαιζε ποδοσφαιράκι. Έπαιζε πάντα μπροστά. Δεν έσφιγγε ποτέ τη τριάδα, αλλά έβαζε γκολ με κοφτό σουτ. Μαγικά πράγματα...

Η μονομαχία με τον Γωγάκη...
Μια φορά ήρθαν δύο απ' αυτούς, ο Κοκώνης κι ο Γωγάκης στη γειτονιά και σαν κάτι να ζητούσαν...
Οι δύο αυτοί ήσαν κολλητοί. Ο πρώτος ψηλός και λίγο γυρτός, ο δεύτερος κοντός και νευρικός.
Ο Γωγάκης είχε τη φήμη ότι έκανε τις καλύτερες σούζες με το μηχανάκι.
Εκείνο το απόγευμα δεν ξέρω πως την είχε δει ήθελε σώνει και καλά να μαλώσει με τον αδελφό μου.
Έλα ρε, έλα ρε μαλώνουμε ?
Έλα ρε, έλα ρε μαλώνουμε ?
Δεν ξέρω τι εικόνα είχαν για μας, μάλλον μας έλεγαν «μαμόθρεφτα», ήξεραν κιόλας ότι ο μπαμπάς ήταν αστυνομικός, ειδικά ο Γιάννης σαν μεγαλύτερος και δυνατότερος, ήταν στόχος...
Ο Γιάννης δοκίμασε ν' αποφύγει τον καβγά, του λέει όχι τώρα, άλλη φορά, σήκω φύγε και τέτοια, εκείνος όμως να επιμένει φορτικά-πιεστικά σχεδόν σαν να ήταν κορίτσι ο αδελφός μου και ήθελε να τον....
Κάποια στιγμή, βλέπει ότι δεν γίνεται αλλιώς, υποχωρεί και τον οδηγεί λίγο πιο πάνω...
Στέκονται στα δυο μέτρα, ο ένας προς τον άλλον με τα χέρια ψηλά στο στήθος σφιγμένα και σε θέση μάχης ....Οι μάρτυρες δίπλα με αγωνία, ο Κοκώνης, ο Νίκος κι εγώ.
Τότε ο  αδελφός μου ξεκινάει απότομα κι αιφνιδιαστικά με καταιγισμό κτυπημάτων. Ο Γωγάκης αποφεύγει την πρώτη, αποφεύγει τη δεύτερη, η τρίτη όμως τον πιάνει από πίσω. Προσπαθώντας κι αυτός ν' αμυνθεί με γροθιές δεν καταφέρνει τίποτε.
Κόντεψε να πέσει κάτω το παλληκαράκι. Καλά ψέλλισε ! Ο φίλος του τον έπιασε απ' τον ώμο τα μάζεψαν κι έφυγαν. Έμεινα σύξυλος να κοιτάζω τον αδελφό μου. Ο Νίκος του έδινε συγχαρητήρια'
-Ρε μαλάκα το σκότωσες το παιδί ! Του λέω.
Δεν κάνουν έτσι μονομαχίες...Δίνεις και στον άλλον μια ευκαιρία. Νευρόσπαστο, καραγκιόζη...
Του λέω και ήθελα να συνδράμω τον ηττημένο...









Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...

Καταλυτικό ρόλο στις σχέσεις του Τάκη με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς έπαιζε ο αδελφός του ο Γιάννης. Για να το εξηγήσω καλύτερα, ο Κώστας ας πούμε τον αντιπαθούσε τρομερά, όμως ταυτόχρονα συμπαθούσε το Γιάννη και για χάρη του βασιλικού ποτιζόταν κι η γλάστρα ! Υπήρχαν όμως παιδιά όπως ο Νίκος κι ο Βασίλης που μπορούσε να κάνει χωριό ! Περισσότερο όμως τα παιδιά της γειτονιάς έλκονταν απ' το Γιάννη, που πραγματικά τα χαρίσματά του κάλυπταν ικανοποιητικά την αλαζονεία του και πάλι όμως αυτό όχι για πολύ ! Κάποια στιγμή γινόταν πιεστικός σε τέτοιο βαθμό που πια δεν τον αισθανόσουν σαν φίλο ...
Ο Τάκης μοιραία απολάμβανε τα κέρδη από αυτή την άσκηση γοητείας του αδελφού του, όμως αυτό αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι  μιας και επαναπαύθηκε  κάτω από τις φτερούγες προστασίας του και παρέμεινε άτολμος ν' αρθρώσει έναν κώδικα επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Φοβόταν ν' ανοιχτεί και μόνο με τον αδελφό του ένιωθε οικία...
Στο σχολείο όμως δοκιμάζονταν πράγματι οι προσωπικές του δυνάμεις. Εκεί έπρεπε μόνος του να δημιουργήσει σχέσεις, να συμπεριφερθεί κατάλληλα, να δει αν μετράει...
Τις πρώτες τέσσερις τάξεις λοιπόν του δημοτικού τις πέρασε στο 12ο δημοτικό με την ίδια δασκάλα η οποία δυστυχώς ακολουθούσε την τάξη του παιδιού της με το οποίο είχε τη «τιμή» να είναι συμμαθητής ! Και λέω δυστυχώς διότι όχι μόνο αυτό - δηλαδή το να είναι κάποιος δάσκαλος του παιδιού του- δεν ήταν και πολύ σωστό παιδαγωγικά, αλλά και διότι τέσσερα ολόκληρα χρόνια είχε πέσει σε παραγκωνισμό. Ο λόγος απ' όσο μπορούσε να εξηγήσει πολύ αργότερα, πρέπει να ήταν ότι αυτός- ο Τάκης -ήταν τελείως διαφορετικός χαρακτήρας από τη δασκάλα ! Αυτή ήταν κάπως επιδεικτική, ενώ εκείνος μάλλον ντροπαλός. Δεν κατάφερε να αναδείξει τα ταλέντα που είχε όπως το γράψιμο κι η ζωγραφική...
Αργότερα σε μια συνάντηση παλιών συμμαθητών την ξαναείδε. Ήταν ίδια εξωτερικά, αλλά φαινόταν να είχε χάσει το στόμφο που είχε, ο λόγος απ' ότι του εξομολογήθηκε όλως περιέργως προσωπικά, ήταν ότι ταλαιπωρήθηκε για χρόνια με τη φροντίδα του άντρα της που είχε χτυπήσει σε τροχαίο και είχε μείνει ανάπηρος, ενώ  έγινε μάρτυρας ενός χαμηλόφωνου καβγά ανάμεσα σ' αυτή και την κόρη της.Δεν αισθάνθηκε καμιά δικαίωση με το περιστατικό, απλά θυμήθηκε μια έντονη εικόνα που είχε απ' αυτή και την κόρη της, στα διαλείμματα, όταν μάταια προσπαθούσε να την ταϊσει μια μπανάνα κι εκείνη αντιδρούσε με σπαρακτικές κραυγές !!!
Κάτι άλλο που του έχει μείνει απ' αυτή σαν εφιάλτης, είναι η τρομάρα που έπαιρνε όταν τον ξυπνούσε η αγριοφωνάρα της και τα συνακόλουθα χαχανητά των συμμαθητών, σε μερικές ευτυχισμένες απόπειρες νοητικής φυγής  απ' το μάθημα : « Κετένογλου που βόσκεις !!!!» μπέρδευε τ' όνομα του με του Κετένογλου αλλά αυτό το είχε επαναλάβει τόσες πολλές φορές, που πια ο Τάκης άκουγε και στο όνομα Κετένογλου.....
Όμως οφείλει να αναγνωρίσει ότι αυτή του έβαλε τις πρώτες βάσεις. Θυμάται πόσο μελωδικά τους έδειχνε πως να κάνουνε ανάγνωση ή πάλι την εντυπωσιακή καλλιγραφία της. Επίσης γεωγραφία, ιστορία...
Ανάμεσα στους συμμαθητές του είχε τη φήμη καλού ζωγράφου.
-Ελα ρε ζωγράφισέ μου ένα ανθρωπάκι !
Στα διαλείμματα υπήρχε μια παραφορά, ένας χαμός....Τρέχανε ουρλιάζανε, χοροπηδούσαν δίχως λόγο ! Καταστρώνανε αυτοσχέδια παιχνίδια, αγκαλιαζόντουσαν, παλεύανε !
Στις αίθουσες μέσα ακόμη θυμάται πως μύριζε το δέρμα απ' τις σχολικές τσάντες, τα μεγάλα πράσινα θρανία τα χαρακωμένα πλήρωναν εκείνα τις ατέλειωτες χαμένες ώρες που δεν περνούσαν με τίποτε. Όμως από κείνα τα χρόνια έχουν μείνει στο μυαλό έντονα κάποιες στιγμές : Όταν έβρεχε και χτυπούσαν οι σταγόνες στα τζάμια, οι κεραυνοί και ο γλυκός φόβος που  ενέπνεαν. Η μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή, το περπάτημα κάτω απ' την ομπρέλα και η ανάγνωση κειμένων του αναγνωστικού με ιστορίες από γραφικούς αγρότες και καλοκάγαθες γιαγιάδες.
               
                                            Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1967
                                                            Το όργωμα
                  «Την  άλλη μέρα οι γεωργοί επήγαν στα χωράφια τους. Επήγαν για να οργώσουν. Τραγουδούν χαρούμενοι. Ο μπάρμπα Σπύρος με το Στέφανο επήγαν από τους πρώτους.....»

                                                            Ο χειμώνας
                                                  «  Ο χειμώνας ήλθε πάλι
                                                    κι όλοι γύρω στο μαγκάλι
                                                    έχουν μαζευτεί
                                                    Ρίχτε κάστανα στη θράκα
                                                    παραμύθια η γιαγιάκα
                                                    θά' ρθη να μας πή.»

Ο μπάρμπα Σταμάτης ο παπουτσής, τσίρι- τσίρι-τσιριτρό-τσιριτρό-τσιριτρό...........
Τα αναγνωστικά είχαν ιστορίες από καθημερινούς βιοπαλαιστές, τη σειρά των εποχών, τη θρησκεία, την πατρίδα, την οικογένεια....Δημιουργούσαν μια εικόνα επίπλαστης ευτυχίας που σπάνια τη συναντήσαμε όταν μεγαλώσαμε. Τους πιο πολλούς απ' αυτούς τους θεσμούς αργότερα τους περάσαμε από χίλιες κρησάρες και αναθέματα,  όμως εγώ προσωπικά αισθανόμουν μια ασφάλεια και μια ηρεμία, τα οποία προετοίμαζαν την επερχόμενη θύελλα ? Δεν ξέρω.
Η πρωϊνή προσευχή ξεκινούσε με έπαρση σημαίας και θρησκευτικό ύμνο : «Συ που κόσμου κυβερνάς και χαρά στη γη σκορπάς...» Φορούσαμε ποδιές και τρώγαμε ξύλο με το χάρακα στην παραμικρή σκανταλιά. Ακόμη θυμάμαι πως έτριβα τα χεράκια μου μετά τις ξυλιές. Οι παλάμες κοκκίνιζαν και πρήζονταν.Θυμάμαι κάτι νοσηρό σαν αίσθηση κι από πείσμα έλεγα ότι δεν πονάω πολύ !
                                           
Ο Τάσος ο βάτραχος
Στη γειτονιά μας έμεναν κι άλλα παιδιά αλλά δεν κάναμε με όλα παρέα. Ο Τάσος λίγο παρακάτω από μας ήταν στην ηλικία του Γιάννη, ήταν ένα ψηλό, μελαχρινό αγόρι, ο εραστής της γειτονιάς, μετέπειτα μποέμ, ισόβιος άεργος. Έπαιζε πολύ καλές ρακέτες, ζούσε σαν πλουσιόπαιδο αφού ο πλούσιος πατέρας του, του είχε κόψει χαρτζιλίκι και κατά καιρούς μας μυούσε στον κόσμο του έρωτα και των ηδονών. Είχε από μικρός πολύ ανεπτυγμένες ορμές και κυνηγούσε σχεδόν μονομανιακά τα όμορφα κορίτσια του δημοτικού σχολείου. Λες και δεν υπήρχε άλλο πράγμα γι αυτόν, κάτι που σε μας φαινόταν περίεργα πρόωρο ή και παράξενο κάπως, αυτός το κατείχε σ' όλες του τις διαστάσεις και πράγματι διέπρεψε σ' αυτό ! Δυστυχώς μόνο σ' αυτό...Μακάρι στη ζωή να είχαμε χρόνο να κάνουμε καλά περισσότερα πράγματα...
Θυμάμαι μας έπαιρνε μαζί του απλά να δούμε  το πιο όμορφο κορίτσι του σχολείου.
Τι χτυποκάρδι Θεέ μου ! Πραγματικό θαύμα να βλέπεις για πρώτη φορά την ομορφιά...Είναι δυνατόν αυτή να είναι η ομορφιά ? Δεν κραυγάζει, δεν έχει θράσος. Στέκεται εκεί, σεμνή, σιωπηλή και τέλεια, σαν μικρό θαύμα.
Όλη μέρα ασχολιόταν με την κόμμωση, τα ρούχα, τις κολόνιες του, τη γυμναστική αν και την τελευταία τη θεωρούσε κάπως ζόρι, ότι δηλαδή κάνει μια φιλάρεσκη δεσποινίς που ψάχνει να βρει γαμπρό.
Γενικά αυτού του παιδιού του άρεσαν τα ωραία, η μόρφωση, οι συζητήσεις, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός αλλά όλ' αυτά μόνο επιφανειακά, έτσι για να περνάει η ώρα..
Πήγε στη ζωή του με χίλιες γκόμενες, οι περισσότερες ξένες και διέθετε πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ' αυτές τις συνευρέσεις. Τις βλέπαμε με ζήλια να περνάνε τα μεσημέρια στο δρόμο για το σπίτι του. Άλλες με ταγάρια, φουστάνες ή μίνι, παράξενα ντυμένες, κούκλες. Οι περισσότερες απ' αυτές πιθανά θα είχαν την ίδια αντίληψη μ' αυτόν για τη ζωή, δηλαδή το θέμα είναι πως να περνάμε ευχάριστα.. Τις ψώνιζε με πανομοιότυπο τρόπο, στο Κολωνάκι και στη Πλάκα αρθρώνοντας πέντε ψευτοαγγλικά. Όμως ήξερε καλά τη τέχνη. Ήταν άνετος, πλακατζής, πολυλογάς κι ανέμελος. Εξυπνάκιας και πειρακτήρι. Ζούσε σ' ένα κόσμο εικονικό, φανταστικό περισσότερο και όταν μιλούσε τα μισά απ' αυτά που έλεγε ήταν ψέμματα. Αναμείγνυε πραγματικές καταστάσεις με παραμύθια, ανέκδοτα, κορόϊδευε, χλεύαζε δεν μιλούσε ποτέ σοβαρά...
Δεν ωρίμασε ποτέ, δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή το μέλλον, παρέμεινε ένα  άκακο, ανεύθυνο παιδί, ποτέ δεν καταπιάστηκε με κάτι δημιουργικό, κάτι που θα του μείνει σαν απόθεμα, δεν ήξερε να φτιάξει μια μπρίζα,, να βάψει ένα τοίχο, δεν έκανε ποτέ οικογένεια, απέμεινε μέχρι μεγάλος στο έλεος της μάνας του και  όταν  κόπηκε το χαρτζιλίκι απ' τον πατέρα του είδε τα δύσκολα και  άρχισε να κάνει απολογισμούς , ποιος είναι, που πηγαίνει- ήταν απλά  πια ένας ήρωας της παιδικής ηλικίας που ξέμεινε σε μια ντουλάπα όπως τα κόμικς και τα στρατιωτάκια , όταν το συνειδητοποίησε αυτό δηλαδή τι ήταν πραγματικά, έπαθε κατάθλιψη,  το έριξε στα ναρκωτικά και ησύχασε...
O Γιάννης του είχε βγάλει ένα παρατσούκλι το οποίο η παρέα το περιέφερε στις προσωπικές της κουβέντες χωρίς να τολμάει να τον φωνάξει μ' αυτό, εκτός βέβαια κι έφθαναν στα άκρα εξ αιτίας κάποιου καβγά...Ο Τάσος ο βάτραχος, βάτραχος εξ αιτίας του τρόπου που έτρεχε, άνοιγε πολύ τα πόδια του πίσω όταν έτρεχε....



Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Τα παιδικά χρόνια είναι η αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να αφυπνίσει έναν καινούργιο κόσμο...

Είναι ένα ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι. Κάθεται στη βεράντα του και παρατηρεί ήσυχα πρόσωπα και πράγματα.Τον λένε Νίκο. Το σπίτι του είναι ισόγειο. Μέσα στο πρώτο δωμάτιο είναι ξαπλωμένη η γιαγιά του η Κωνσταντίνα, η μάνα της μάνας του, 75 χρόνων, αρκετά παχιά και με δυσκολία στο βάδισμα.Αυτή έχει γεννηθεί στον Πόντο, μιλάει το ποντιακό ελληνικό ιδίωμα, μαγειρεύει ρώσικα φαγητά,. Έξω στο πεζοδρόμιο υπάρχουν δύο μεγάλοι ευκάλυπτοι. Το θρόϊσμα των φύλλων του κάνει συντροφιά. Δίπλα απ' το σπίτι του βρίσκεται ένα μικρό μπακάλικο, της κυρά- Παρθένας της θείας του- αδελφής της μάνας του. ¨Ολο το σπίτι του βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της μέρας στη σκιά. Αυτό του φέρνει λίγο μελαγχολία και τον φοβίζει . Μετά ζηλεύει  τ' απέναντι σπίτι που το βλέπει ο ήλιος. Φως-σκιά, άσπρο- μαύρο...
Απέναντι και λίγο αριστερά βρίσκεται ένα διώροφο σπίτι. Είναι του κυρ Μιχάλη του αστυνομικού και της κυρα Ευτέρπης .Ο κυρ Μιχάλης και  η κυρα Ευτέρπη  έχουν δύο αγόρια, το μεγαλύτερο ο Γιάννης και το μικρότερο ο Τάκης. Ο Γιάννης είναι ο αρχηγός της γειτονιάς. Κατ' αρχάς είναι ο μεγαλύτερος, αλλά πέρα απ' αυτό δεν υπάρχει κάτι που ο Γιάννης δεν το κάνει στα παιχνίδια : Πηδάει απ' την ψηλότερη μάντρα, σκαρφαλώνει, τρέχει γρήγορα, παίζει καλή μπάλα, μιλάει και γράφει σωστά, πιο πολύ όμως τα επιδεικνύει όλ' αυτά με έπαρση και μπόλικο εγωϊσμό. Δικαιωματικά έχει πάρει το αξίωμα του αρχηγού. Ο Τάκης βρίσκεται στη σκιά του αρχηγού, όμως δείχνει να «κλέβει» λίγο και να εκμεταλλεύεται τη δόξα του !
Για παράδειγμα αν κάποιος τον πειράξει ή τον προσβάλλει, πείθει εύκολα τον αρχηγό να επιβληθούν απ' τα μέλη της παρέας κάποια μέτρα περιοριστικά εναντίον του ενόχου. Τέτοια μέτρα είναι να τον αποκλείουν απ' τα παιχνίδια. Πολύ σκληρά μέτρα πράγματι.
Είμαστε συμμορία-παρέα ? Όχι μια γειτονιά είμαστε και έχουμε αποκλείσει τις υπόλοιπες γειτονιές...Με τις οποίες ενίοτε κάνουμε πόλεμο. Πόλεμο ? Πετροπόλεμο. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε τραυματίες απ' αυτόν. Εμείς βρισκόμαστε στην οδό Σερρών. Ο κάθετος δρόμος προς τα κάτω λέγεται οδός Κίμωνος. Εκεί μένουν οι : Κυριάκος, Σωτήρης, Ηλίας. Έχουν βρει κάποιο τρόπο, ίσως έχουν νταραβέρι με κάποιο μαραγκούδικο και φτιάχνουν μακριά ακόντια....Από μακριά φαίνονται σαν εχθρική φυλή. Τους βλέπουμε στη γωνία που φωνάζουν και μας προκαλούν. Είναι μέχρι να πετάξει κάποιος την πρώτη πέτρα, μετά γίνεται χαμός. Αλλά τελειώνει γρήγορα το επεισόδιο με την παρέμβαση κάποιας μαμάς αφού γίνει τραυματισμός ή και προτού γίνει...Το «ενοικιαστήριο» , κοινώς το τσιρότο με το μπαμπάκι, είναι το παράσημο του πολέμου ή αλλιώς η απόδειξη του έμπειρου πολεμιστή....
Ο υπαρχηγός της γειτονιάς και πιο άξιος μετά το Γιάννη είναι ο Βασίλης. Συναγωνίζεται τον Γιάννη στα παιχνίδια, είναι «μάστορας» πιάνουν τα χέρια του.  Έχει κάτι πιο λαϊκό απ' τον Γιάννη. Έχει μεγάλες φαρδιές πλάτες, δυνατά χέρια και πόδια. Ριψοκίνδυνος κι έχει ροπή προς τα ατυχήματα... Λύνει και δένει το ποδήλατό του σε μερικά λεπτά. Άργησε να μιλήσει μικρός και του έχει μείνει μια δυσκολία στην έκφραση που συχνά την μετατρέπει σε «σιωπηλή αυστηρότητα». Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν τα πάει καλά στο σχολείο του δημιουργεί ένα υπόλειμμα σε σχέση με τον αρχηγό που τον θεωρεί «ανώτερης κλάσης». Όμως, έχει προσόντα πιο ουσιαστικά απ' τον αρχηγό. , Βοηθάει το συνάνθρωπο, έχει πείσμα, κουράγιο δύναμη.
            Μετά έρχεται ο Κώστας. Αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι κάτι το απότομο, το νευρώδες.. Είναι πολύ πρακτικός και πιάνουν πολύ τα χέρια του. Όμως έχει μια ακραία εμπάθεια για πρόσωπα και πράγματα κι αν τον ενοχλήσεις, «στο κρατάει».
 Συμπαθεί πολύ το Γιάννη με τον οποίο αρέσκεται να συζητάει. Θυμάμαι ας πούμε μαι συζήτηση που έχουν μεταξύ τους. Είναι  περίπου '74  την περίοδο την προεκλογική πριν το δημοψήφισμα για το Βασιλιά ή την περίοδο πριν τις πρώτες μετά τη χούντα εκλογές (Καραμανλής ή χάος), και ο Κώστας μας μεταφέρει μια συζήτηση με τον πατέρα του, σχετικά με την «ισχύ» της κάθε ψήφου. Μας θέτει τον προβληματισμό αν είναι σωστό κάποια σπουδαία προσωπικότητα να έχει ίδιας αξίας ψήφο με μια απλή γυναίκα. Και μας φαίνεται πράγματι σωστή αυτή η άποψη.
Την ώρα που συζητάμε, ο Κώστας τρώει ένα κρύο ζελεδάκι με φρούτα κεράσια και βερύκοκα. Εκεί που κάθεται ήρεμος , ξαφνικά τινάζεται και εκτοξεύει τη σαγιονάρα του εναντίον μιας διερχόμενης γάτας. Μυρίζει καλοκαίρι. Οι γειτόνισσες καταβρέχουν το χωματόδρομο με το λάστιχο, ποτίζουν τα λουλούδια και δημιουργείται μια ωραία αίσθηση δροσιάς. Μυρίζει το χώμα...
«Αχ δροσούλα», αναφωνεί η κυρά Μαρία. Πιο πάνω στη συνοικιακή ταβέρνα έχουν ξεκινήσει να βγάζουν τα τραπέζια έξω.Το τζουκ μποξ επαναλαμβάνει μονότονα επιτυχίες της εποχής : «Και τώρα τρελοκόριτσο γελάς, μα κατά βάθος κλαις και μ' αγαπάς» Στη διπλανή ταβέρνα έχουν βγάλει έξω τα βαρέλια του κρασιού να τα καθαρίσουν. Μυρίζουν μια βαθιά μυρωδιά ξύλου και ξυνίλα...
Ο Κώστας τα καλοκαίρια συνηθίζει να δουλεύει στου Καζέπα. Ο Καζέπας έχει μια μικρή βιοτεχνία παρακάτω η οποία παράγει μικρά κρεμαστάρια για κουρτινόξυλα.Είχα πάει κι εγώ μια φορά, έδινε 60 δραχμές τη μέρα στον καθένα. Είναι η πρώτη μου εμπειρία από την «παραγωγή». Εμένα με έβαλε στο πιο εύκολο πόστο. Κολαούζο λέγεται- ένας μοχλός που κατεβαίνει προς τα κάτω και ανοίγει σιγά-σιγά στροφές σ' ένα κρεμαστάρι. Μ' αυτό το τρόπο μπορεί πάνω κει να βιδώνει μια βίδα.
Μου αρέσει αυτή η δουλειά, αν και στο τέλος της μέρας βαριέμαι. Μια άλλη δουλειά είναι να βάφουμε κάτι εξαρτήματα. Στη μύτη μου έχει μείνει η έντονη μυρωδιά της βαφής και η ανυπόφορη ζέστη που εκπέμπει ο φούρνος.
Ο Κώστας είναι πολύ ικανός σ' αυτή τη δουλειά και νοιώθει σαν το ψάρι μέσα στο νερό, έτσι πηγαίνει εύκολα από πόστο σε πόστο με μοναδική ευκολία.Εκεί λοιπόν περνάει την ώρα της ? (δουλεύει ?) και μια κοπέλα που είναι λιγάκι αργή. Μου κάνει εντύπωση με τι θράσος της φέρεται ο Κώστας καθώς ήδη έχει ξυπνήσει μέσα του το ερωτικό ένστικτο.Την πάει παράμερα,    της σηκώνει τη φούστα απρεπώς και φαίνεται η κιλότα της. Αυτή γελάει χαζά μη αισθανόμενη το άσεμνο της χειρονομίας του και τέλος μ' ένα τελευταίο υπόλειμμα ντροπής την τραβάει γρήγορα προς τα κάτω, κλείνοντας έτσι ένα νούμερο που πρέπει να έχει επαναληφθεί εκατοντάδες φορές και με πολλούς συμπρωταγωνιστές. 

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

ποιήματα




Πόσα καρφιά πόσα ψαλίδια
Πόσα τέρατα
να μια τεράστια κατσαρίδα
Πόσα ηλεκτροφόρα γυμνά καλώδια 
πρέπει να προσπεράσω
μέχρι επιτέλους να μπω
στη μυστήρια σκοτεινή σπηλιά σου
όπου εκεί στα σκοτάδια μπορώ
να παίξω λίγο τον βασιλιά του κακού
να λικνιστώ στα βάραθρα
εκστατικός και υψιπετής
ζωή και θάνατος ένα
παραδομένος στην αγκαλιά σου
τέλος κι αρχή
μωρό και γέρος
το μόνο μέρος 
που ίσως ακόμα
μυρίζει το χώμα
και λάμπει η σιωπή...


T' αποκαϊδια μιας φωτιάς

Τούτη τη νύχτα
Πως φυσάει
το φεγγάρι φωτίζει τα πρόσωπα
και η θάλασσα γεμίζει τα πάντα
το μυαλό μας σφίζει
Σιντάρτα, explotion, οιμωγή, τύραννος, καραμούζα
τα ξάρτια τρίζουν τα πανιά τρέμουν,
τα κύματα παφλάζουν
γέλια και τραγούδια παντού 
ο αχός των ανθρώπων από μακριά 
κάτι πανηγυρίζουν
το τυχαίο άγγιγμα των χεριών
οι ματιές με νόημα
λαιμητόμος, δέος, πείνα, σέκος, στείρα, λάκκος, δώρο, Κίνα
το πορτοκαλί τοπίο,τα μωβ μάτια, τα κίτρινα δέντρα
όλες οι εποχές ξαφνικά παρελαύνουν
χιόνια, βροχές, ζέστη
Μια μπάντα παίζει μια μελωδία
και τ' ανθρωπάκια σαν μυρμήγκια
τριγυρίζουν
Τα φώτα σβήσαν
Δεν υπάρχει τυχαίο
είμαστε αποτέλεσμα της εκδίκησης των πραγμάτων
Πως φυσάει...
σάστισμα, καθρέπτης, δανεικός, παραμάνα, σάλιο, ισχύο, τελαμόνα, Καινιξβέργη
Τι ευλογία σήμερα !
Η καλοσύνη των ανθρώπων και οι χαζοί άφησαν το μαχαίρι και μας κοιτάζουν
μ' ανοιχτό το στόμα, καθώς καβαλάμε τον γάϊδαρο δαίμονά μας και πετάμε.
Κλαίω και γελάω από χαρά...




Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

όπου πάμε μας πιάνουν κουβέντα

Καμιά σχέση η Θεσσαλονίκη με την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με χαρακτήρα, με το μπεζεστένι της, τα αρχαία ρωμαϊκά-βυζαντινά μνημεία, την παλιά πόλη, τη βαριά προφορά της γλώσσας, τα μπαράκια και τη νυχτερινή ζωή, τα καφενεία και τα εστιατόρια, τα τυροπιτάδικα, τα ζαχαροπλαστεία, τα περιποιημένα πεζοδρόμια, το ψιλόβροχο, το νεαρόκοσμο, τα βιβλιοπωλεία, τις συνεχείς βόλτες με τα πόδια, τους ανοικτούς ζεστούς ανθρώπους, το κάστρο της, την αχανή παραλία που σου ανοίγει τη ψυχή, τα παλιά μυστήρια μαγαζίά, τους απέραντους δρόμους, τις ψηλές άχαρες πολυκατοικίες αλλά και τα παλιά νεοκλασικά, τις εκκλησίες που τις βρίσκεις ξαφνικά μέσα στα κτίρια, τα μοναστήρια, τα graffiti στους τοίχους, τους ζητιάνους και τους άστεγους, τα τζαμιά, τα λαδάδικα, τα στέκια με τη ζωντανή μουσική, τα ντολμαδάκια, το ραβανί και το χαλβά, τη λέξη μαλάκα, τις συζητήσεις για τη τέχνη που ακούς παντού, το ζαχαροπλαστείο Τερκενλή, τα λουκουματζίδικα,τους  μεζέδες, τον Άρη και τον ΠΑΟΚ.










Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Επίσκεψη στον «τρελό»

«Τρελός» λέγεται ο Υμηττός από τους παλιούς γιατί αλλάζει εύκολα διάθεση δηλαδή αλλάζουν τα καιρικά φαινόμενα που επικρατούν στην κορυφή του ! Μέχρι προχθές στο μυαλό μου ήταν ένα άχαρο βουνό με φυτρωμένες κεραίες, όμως τώρα ξέρω ότι είναι ένα αρκετά γοητευτικό βουνό με ποικιλία βλάστησης, πεύκα, ελιές, κοκκορεβυθιές, σπαράγγια, χαρουπιές, κουτσουπιές, γκορτσιές, πλάτανους, ακακίες, ευκάλυπτους, με διάφορους θάμνους και αγριολούλουδα.
Ξεναγηθήκαμε- εξήντα άνθρωποι- στη μονή Καισαριανής, ένα λαβυρινθώδες πέτρινο κατασκεύασμα, που συνδυάζει κελιά, κουζίνα, ναούς και λουτρό και είναι στολισμένο με τεράστια κυπαρίσσια και που στην κατασκευή του έχει χρησιμοποιηθεί ο προυπάρχων ρωμαϊκός ναός της θεάς Δήμητρας! Ετσι στη μονή συνυπάρχουν όλες οι ιστορικές περίοδοι της Ελλάδας. Βλέπει κανείς αρχαίες κολόνες να υποβαστάζουν πέτρινα μοναστηριακά οικοδομήματα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι πρέπει κανείς να σκύψει για να περάσει μέσα από κάποια πόρτα. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι δίπλα από την εκκλησία υπήρχε λουτρό...Πολύ σημαντικές είναι οι εικονογραφίες στον πρόναο φτιαγμένες από κάποιον Ιωάννη Ύπατο, πολύ πρωτόγονες και πλησιάζουν πολύ το αρχαίο πνεύμα.






Κατόπιν περπατήσαμε στο βουνό. Επισκεφθήκαμε ένα κάστρο ισάξιο εκείνων της Μάνης, μια αρχαία βυζαντινή εκκλησία ερειπιωμένη και την μονή  Αστερίου. ¨Ολη η διαδρομή μέσα σε μια εξαιρετική βλάστηση με μυρωδιές και χρώματα. Κάπου συναντήσαμε και μια χελώνα. Στην κορυφή συνειδητοποιήσαμε ότι ο Υμηττός είναι η διαχωριστική γραμμή του άχαρου χτισμένου λεκανοπεδίου και της πεδιάδας των Σπάτων, όπως χαριτωμένα ειπώθηκε της Ατιικής του πνεύματος και του οινοπνέυματος...